Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

τχ 20 (έκτακτο) ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ 
Νομαρχιακή Επιτροπή Λάρισας







 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


►  Δυο εισηγήσεις με προτάσεις που επεξεργάστηκε η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΛΑΡΙΣΑΣ
                                         
Κώστας Δεληγιάννης, γεωπόνος: ‘’Αγροτική ανάπτυξη και ανασυγκρότηση της υπαίθρου.’’

Γιάννης Φασούλας, οικονομολόγος: ‘’Προτάσεις για την φορολογική μεταρρύθμιση.’’


                                                                                                                                     Λάρισα 5-4-2012
                                                                                             

► Γιάννης Φασούλας, οικονομολόγος: 

"Προτάσεις για την φορολογική μεταρρύθμιση"
Πριν ξεκινήσω να παραθέτω τις προτάσεις για μια ριζική φορολογική αναμόρφωση, θα αναφερθώ πρώτα σε δύο θέματα, που θεωρώ απαραίτητο να προταχθούν και να αποτελέσουν ένα είδος εισαγωγής. Το πρώτο θέμα αφορά στις αρχές, που θα πρέπει να διέπουν τη φορολογική μας πολιτική, ενώ το δεύτερο θέμα αφορά στον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της εργασίας

Εισαγωγικά:
► Όσον αφορά στο 1ο θέμα:
Tη φορολογική μας νομοθεσία πρέπει να τη διέπουν δυο βασικές αρχές: Η αρχή της ισότητας και η αρχή του δικαίου.
Η αρχή της ισότητας πηγάζει από την παρ. 1 του άρθρου 4 του συντάγματος: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου».
Ως έννοια δικαίου, όμως, δεν θα πρέπει να θεωρούμε αυτή που πηγάζει από το σύνολο των νομικών κανόνων του κράτους, όπως, δηλαδή, την ορίζει η νομική επιστήμη, αλλά αυτή που πηγάζει από το κοινό περί δικαίου αίσθημα των πολιτών. (Εδώ, φυσικά, είναι απαραίτητη μια συζήτηση, κατά πόσο το κοινό περί δικαίου αίσθημα μπορεί να αποτελέσει ηθικό ή εθιμικό δίκαιο, ή αν οι νομικοί κανόνες του κράτους ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα δικαίου).
Κανείς φορολογικός νόμος δεν μπορεί να πετύχει, ούτε να είναι αποτελεσματικός, αν δεν ανταποκρίνεται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποπνέει αίσθημα δικαίου. Αν, δηλαδή, επικρατεί η αντίληψη, ότι οι φορολογικοί νόμοι είναι άδικοι, προστάγματα ενός άδικου κράτους, τότε εύκολα η υπακοή στο νόμο μετατρέπεται σε άρνηση εφαρμογής του και η φοροδιαφυγή μεταλλάσσεται σε φοροάμυνα στην κοινωνική, συλλογική συνείδηση. Κανείς δεν βλέπει το κράτος σαν κάτι δικό του, σαν μια προέκταση της κοινωνικής του οργάνωσης. Στέκεται πάντα απόμακρο από τον πολίτη. Ανομολόγητος σκοπός όλων των φορολογικών νόμων δεν είναι η ισονομία, η θέσμιση δικαίου, αλλά η συλλογή φόρων. Από τις τρεις λειτουργίες που έπρεπε να έχουν οι φόροι: α) τη δημοσιονομική (για να καλυφθούν κυβερνητικές δαπάνες) β) την οικονομική (για να ενισχυθεί η οικονομική ανάπτυξη) και γ) την κοινωνική (για να αμβλυνθούν οι ανισότητες της κατανομής του πλούτου ή να αποθαρρυνθούν ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες), μόνον η δημοσιονομική λειτουργία είναι αυτή που χαρακτηρίζει το φορολογικό μας σύστημα. Το ισχύον σήμερα στη χώρα μας φορολογικό σύστημα δεν είναι ούτε αποτελεσματικό, ούτε δίκαιο, ούτε αναδιανεμητικό. Εξυπηρετεί μόνο δημοσιονομικούς σκοπούς. Είναι ένα καθαρά φοροεισπρακτικό, αντιαναπτυξιακό και άδικο φορολογικό σύστημα, που πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά. Η φορολογία εισοδήματος, θα πρέπει να περιέχει απαρέγκλιτα τις έννοιες της ίσης μεταχείρισης των ομοειδών εισοδημάτων και της δίκαιης φορολόγησής των. Δεν είναι λογικό και δίκαιο εισοδήματα που προέρχονται από την εργασία και τον προσωπικό μόχθο να φορολογούνται περισσότερο από τους τόκους των καταθέσεων και εισοδήματα που προέρχονται από εμπορικές δραστηριότητες. Σήμερα τη μικρότερη φορολογία την έχουν οι τόκοι των τραπεζικών καταθέσεων (10%).

► Όσον αφορά στο 2ο θέμα:
Η Δημοκρατική Αριστερά, ως κόμμα που υπερασπίζεται την εργασία, τον ανθρώπινο συντελεστή παραγωγής, ως βασικό παράγοντα για την ευτυχία και την ευημερία των ανθρώπων, οφείλει να προσδιορίσει τη σύγχρονη έννοια της εργασίας. Η εργασία σήμερα παρέχεται με πολλές μορφές: εξαρτημένη εργασία, μη εξαρτημένη με συμβάσεις έργου, αυτοαπασχόληση, ελεύθεροι επαγγελματίες, επιχειρηματική δραστηριότητα, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι. Κατά συνέπεια η αμοιβή της εργασίας, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν αυτή παρέχεται, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία από τους φορολογικούς νόμους.
Πρέπει, επίσης, να πούμε, ότι την αμοιβή της εργασίας, βασικό στοιχείο στη διαμόρφωση του τελικού κόστους παραγωγής, πρέπει να την εκλαμβάνουμε, ως αμοιβή ενός πρωτογενούς συντελεστή παραγωγής κι όχι ως εμπόρευμα, αντικείμενο προσφοράς και ζήτησης. Η συνθήκη των Βερσαλλιών (άρθρο 427) (1919), ο καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 55) (1945) και η Οικουμενική Διακήρυξη για τα δικαιώματα του ανθρώπου (άρθρο 23) (1948) διακηρύσσουν και υπογραμμίζουν την κοινωνική διάσταση της εργασίας. Ακόμα και το δικό μας σύνταγμα στο άρθρο 22 αναφέρει, πως «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού». Όλα αυτά, όμως, τον προηγούμενο αιώνα, που, εκτός των άλλων, θα περάσει στην ιστορία και ως ο αιώνας των εργατικών κατακτήσεων. Στον 21ο αιώνα παρακολουθούμε σταδιακά την κατάρρευση όλων αυτών των διακηρύξεων, από μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη της οικονομίας.

Αντινομίες κι αντιφάσεις του φορολογικού μας συστήματος

Πριν, επίσης, προχωρήσουμε στις προτάσεις, ας δούμε κάποιες βασικές αντινομίες κι ανισότητες του φορολογικού μας συστήματος, που συνήθως περνούν απαρατήρητες:
Σήμερα, το εισόδημα, που προκύπτει από την άσκηση μιας εμπορικής επιχείρησης, θεωρείται ενιαίο, ενώ ταυτόχρονα αγνοούνται και συγχέονται οι πηγές προέλευσής του. Η εργασία ενός επιχειρηματία, οι τόκοι των κεφαλαίων του και το επιχειρηματικό του κέρδος συμπλέκονται αδιάσπαστα. Κατά συνέπεια το φορολογητέο εισόδημα, που προκύπτει από την άσκηση μιας παραγωγικής ή εμπορικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβάνει και την προσωπική εργασία των επιτηδευματιών και τους τόκους των ιδίων των κεφαλαίων και το επιχειρηματικό τους κέρδος. Δηλαδή, συμπεριλαμβάνει εισοδήματα, που διακεκριμένα το καθένα (ήτοι η εργασία, οι τόκοι και το επιχειρηματικό κέρδος) φορολογείται διαφορετικά. Κατά συνέπεια με το ισχύον φορολογικό σύστημα δημιουργούνται φορολογικές ανισότητες, που θα ’πρεπε να πάψουν να υπάρχουν:
Η αμοιβή της εργασίας φορολογείται διαφορετικά, όταν πρόκειται για εξαρτημένη εργασία, διαφορετικά όταν πρόκειται για ελευθέριο επάγγελμα ή ατομική επιχείρηση, διαφορετικά, όταν πρόκειται για προσωπική εταιρεία και διαφορετικά, όταν πρόκειται για αμοιβή διευθύνοντος συμβούλου. Η αρχή της ισότητας, όμως, και του δικαίου επιβάλλουν την ίση φορολογική μεταχείριση της εργασίας, με οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτή προσφέρεται.
Οι τόκοι των ιδίων κεφαλαίων φορολογούνται διαφορετικά, όταν αυτά τοποθετούνται σε κάποια ατομική ή εταιρική (παραγωγική ή εμπορική) δραστηριότητα και διαφορετικά, όταν τοποθετούνται στις Τράπεζες. Κι εδώ οι έννοιες του δικαίου και της ισότητας επιβάλλουν την ίση φορολογική μεταχείριση των τόκων του κεφαλαίου.

Τέλος, η έγγειος πρόσοδος και η εργασία του αγρότη συμπλέκονται αδιάσπαστα με το κέρδος μιας γεωργικής επιχείρησης.

Οι προτάσεις:

Να καταργηθεί η υπάρχουσα διάκριση των 7 πηγών των εισοδημάτων, ως ανούσια και άχρηστη. Η διάκριση των πηγών θα πρέπει να ακολουθεί τη διάκριση των 3 βασικών συντελεστών παραγωγής (έδαφος, εργασία, κεφάλαιο). Δηλαδή, τα εισοδήματα θα πρέπει να διακρίνονται σε 4 πηγές:
1η πηγή: η έγγειος πρόσοδος (η πρόσοδος, που οφείλεται στην απόδοση του εδάφους και γενικότερα της φύσης, και εμπεριέχεται στα αγροτικά εισοδήματα). Αυτή η πρόσοδος, από τη φύση της δεν ανήκει σε κανένα, ούτε καν στον ιδιοκτήτη της γης. Ανήκει στην ίδια τη Γη, και σ’ αυτή πρέπει να αποδοθεί για την προστασία της και την αποκατάσταση των βλαβών και των κακοποιήσεών της, μ’ ένα είδος εξειδικευμένου περιβαλλοντικού φόρου ή εισφοράς
2η πηγή: εισοδήματα που προέρχονται από την εργασία (εξαρτημένη, μη εξαρτημένη, αυτοαπασχόληση, αμοιβές ελεύθερου επαγγελματία, επιχειρηματικές αμοιβές, αμοιβές διαχειριστών, συμβούλων κ.λ.π.)
3η πηγή: εισοδήματα που προέρχονται από τις αποδόσεις αποταμιευμένων ή επενδυμένων κεφαλαίων (τόκοι, μερίσματα, ενοίκια, υπεραξίες.)
4η πηγή: εισοδήματα που συνιστούν την έννοια του επιχειρηματικού κέρδους και γενικότερα το αποτέλεσμα της επιχειρηματικής δράσης, και είναι αυτό που προκύπτει από το αποτέλεσμα μετά την αφαίρεση των αμοιβών των τριών συντελεστών παραγωγής.
Να αναμορφωθεί ριζικά η φορολογική κλίμακα (αριθμός κλιμακίων, εύρος κλιμακίων, φορολογικοί συντελεστές), έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στο αίσθημα του δικαίου και στη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων. Η τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων θεωρείται απαραίτητη και δεν είναι δυνατόν το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου να είναι μικρότερο από το όριο της φτώχειας, που αναγνωρίζεται στην Ελλάδα. Θα πρέπει, επίσης, να θεσπισθεί αντί του ατομικού αφορολόγητου, το οικογενειακό αφορολόγητο, που θα κατανέμεται αναλογικά στους συζύγους.

Να καταργηθεί η αυτοτελής φορολόγηση εισοδημάτων των φυσικών προσώπων και να υπαχθούν όλα τα φορολογητέα εισοδήματα σε φορολόγηση με την ενιαία φορολογική κλίμακα.

Να ενοποιηθούν οι φόροι των καθαρών κερδών των νομικών προσώπων σε έναν ενιαίο φορολογικό συντελεστή, (π.χ. 20%, που ισχύει σήμερα) αφού αφαιρεθούν τα κέρδη, που διανέμονται και τα οποία πρέπει να προστεθούν για φορολόγηση στα ατομικά εισοδήματα των φυσικών προσώπων. Τα κέρδη, λοιπόν, που προέρχονται από επιχειρηματικές δραστηριότητες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά, όταν πρόκειται να διανεμηθούν και να αυξήσουν τα ατομικά εισοδήματα των φυσικών προσώπων, διαφορετικά, όταν πρόκειται να μην διανεμηθούν, αλλά να αυξήσουν την καθαρή θέση των επιχειρήσεων, και διαφορετικά, ακόμη, όταν πρόκειται, να επενδυθούν σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες.

Η εφαρμογή των τεκμηρίων διαβίωσης αποτελεί θετική ρύθμιση, για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, μέσα σε ένα σύνολο άδικων και αναποτελεσματικών φορολογικών διατάξεων. Η Δημοκρατική Αριστερά υποστηρίζει, στην πορεία για εξορθολογισμό και για μια ριζική φορολογική μεταρρύθμιση, την ύπαρξη τεκμηρίων, ώστε να προσεγγίζονται εισοδήματα προς φορολόγηση, που αποκρύπτονται. Τα τεκμήρια, λοιπόν, διαβίωσης πρέπει να διατηρηθούν, να τύχουν καλύτερης επεξεργασίας και να ενισχυθούν, ώστε να μην καταντούν γελοιότητα.
Να καταργηθεί ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας στην καθαρή παρεχόμενη υπηρεσία, που εξομοιώνεται με την εργασία. Η απαλλαγή, δηλαδή, που ισχύει για την εξαρτημένη εργασία πρέπει να επεκταθεί και στη μη εξαρτημένη εργασία, στην αυτοαπασαχόληση και στις διάφορες αμοιβές, αφού η εξάρτηση δεν είναι εκείνο το στοιχείο, που διαφοροποιεί φορολογικά τη φύση και την έννοια της εργασίας. Έτσι η απαλλαγή, που ισχύει σήμερα για την αμοιβή της εξαρτημένης εργασίας, και για τις αμοιβές των γιατρών, των εκπαιδευτικών και μέχρι πρότινος των δικηγόρων, πρέπει, να επεκταθεί και στις αμοιβές των υπολοίπων ελεύθερων επαγγελματιών, των αυτοαπασχολούμενων και των τεχνιτών (ηλεκτρολόγων, υδραυλικών κ.λ.π.), που δεν ασκούν το επάγγελμα του εργολάβου. Η εργασία, σίγουρα, προσθέτει αξία σε παραγόμενα προϊόντα ή σε άλλες υπηρεσίες, δεν μπορεί, όμως, ένας, με οποιαδήποτε μορφή εργαζόμενος να μετατρέπεται σε παραγωγό ή έμπορο. Ταυτόχρονα, όμως, όταν η εργασία προσφέρεται κατ’ ευθείαν στον ιδιώτη-καταναλωτή, αποτελεί η ίδια για αυτόν τελικό προϊόν. Αυτό εξ άλλου επιβάλλει και η αρχή της ίσης φορολογικής αντιμετώπισης της εργασίας, μ’ οποιοδήποτε τρόπο κι αν αυτή προσφέρεται.
Θα πρέπει να μειωθούν δραστικά όλοι οι συντελεστές του Φ.Π.Α. Επίσης θα πρέπει στο χαμηλό συντελεστή να υπαχθούν όλα εκείνα τα αγαθά, που είναι απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπου (τρόφιμα, φάρμακα, ενέργεια). Στο μεσαίο συντελεστή να υπαχθούν όλα τα εκείνα, που είναι απαραίτητα σ’ ένα νοικοκυριό και την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου, ενώ στον υψηλό συντελεστή πρέπει να υπαχθούν μόνο εκείνα τα αγαθά ή υπηρεσίες, που καταναλώνουν τα υψηλά εισοδήματα.

Πιστεύουμε, ότι για να παταχθεί η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή θα πρέπει να υπάρξουν μέτρα συγκεκριμένα και άμεσης απόδοσης, επαρκείς ελεγκτικοί μηχανισμοί, ταχύτατη λειτουργία της δικαιοσύνης και προπάντων πολιτική βούληση. Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες πρέπει να μετατραπούν από Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών σε πραγματικές οικονομικές υπηρεσίες, με δύο κύριες παράλληλες αποστολές: τον έλεγχο και την είσπραξη των φόρων.
Ο κατάλογος των προτάσεων είναι μακρύς, όπως:
Να καταργηθούν όλοι οι έκτακτοι φόροι και εισφορές.
Να καταργηθεί ο συμπληρωματικός φόρος επί των εισοδημάτων από τα ακίνητα.
Να καταργηθούν φοροαπαλλαγές λόγω αναπηρίας. Η αναπηρία από μόνη της δεν μπορεί να συνιστά λόγο φορολογικής απαλλαγής.
Να καθιερωθεί το «πόθεν έσχες» διαχρονικά και για όλους τους φορολογουμένους.
Να ενοποιηθούν όλοι οι φόροι κατοχής ακίνητης περιουσίας αφού ληφθεί υπ’ όψη, ότι η κατοικία είναι κοινωνικό αγαθό και ότι υπάρχει ακίνητη περιουσία, που μετέχει στην παραγωγή,
Προτείνουμε, επίσης, την υιοθέτηση του φόρου Tobin. Ο φόρος Tobin, που οφείλει το όνομά του στον Αμερικανό οικονομολόγο James Tobin (βραβείο Nobel 1972) αφορά στη φορολόγηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών,
κ.α. πολλά.
Εκείνο, όμως, που θα πρέπει να προκύπτει από όλες αυτές τις προτάσεις μας είναι η διάχυση ενός αισθήματος δικαίου, η αναγνώριση του μόχθου και της εργασίας, και η στήριξη της επιχειρηματικότητας. Η μικρή, η πολύ μικρή, αλλά και η μικρομεσαία επιχείρηση πρέπει να στηριχθούν ιδιαίτερα. Είναι σημαντικός παράγοντας για την ίδια τη λειτουργία της οικονομίας και την συνοχή της κοινωνίας.
Η Δημοκρατική Αριστερά πιστεύει, πως δημοσιονομική εξυγίανση και οικονομική ανάκαμψη δεν μπορέσει να υπάρξει, αν δεν αλλάξει η Ελλάδα. Το μέλλον μπορεί να καταστεί ελπιδοφόρο, μόνον αν αλλάξει συθέμελα το πολιτικό μας σύστημα, αν μεταρρυθμιστεί ριζικά το φορολογικό μας σύστημα κι αν προβάλλουμε ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης στηριγμένο στην παραγωγή, στην υπεράσπιση της εργασίας, στην επιχειρηματικότητα, στις τοπικές κοινωνίες και σ’ ένα σώφρον κοινωνικό κράτος.
    

 


 ►  Κώστας Ελ. Δεληγιάννης, γεωπόνος   
"Αγροτική ανάπτυξη και ανασυγκρότηση της υπαίθρου"

Α. Εισαγωγή
Η μαζική φυγή των αγροτών και η εντατική αστικοποίηση των   τελευταίων  δεκαετιών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη δημιουργία ποικίλων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Με την παρέμβαση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μέσα από τις συγκεκριμένες πολιτικές του δικομματισμού, προωθήθηκε ένα μοντέλο ανάπτυξης που με άξονες την αντιπαροχή και το Ι.Χ., οδήγησε τη χώρα στο περιθώριο της παγκόσμιας παραγωγής.  Χωρίς έρευνα και ουσιαστικές επενδύσεις στους βασικούς τομείς της οικονομίας, οι συνεχώς αυξανόμενες εισαγωγές τροφοδότησαν ένα υπερκαταναλωτικό, ανισόμετρο, μεταπρατικό και κομπιναδόρικο περιβάλλον ανάπτυξης. Ο εκφυλισμός της παραγωγικής βάσης και η διάρρηξη των οργανικών δεσμών ανάμεσα στην ύπαιθρο και τα βασικά αστικά κέντρα διαμόρφωσε ένα ανταγωνιστικό δίπολο που οδήγησε στην πλήρη διάσπαση των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών σχέσεων τους και στην επιδείνωση των όρων ζωής στον πόλο της υπαίθρου. Η έκρηξη της αναπτυξιακής καταναλωτικής φούσκας που έσκασε με τα μέτρα των μνημονίων  και η διόγκωση της ανεργίας, επιβεβαίωσε την απόλυτη επιδείνωση των όρων ζωής και στο άλλο πόλο, στις αβίωτες πόλεις που «στοίβαξε» αυτό το μοντέλο ανάπτυξης.

Β. Η σημερινή κατάσταση
Αναμφίβολα, η ερήμωση της υπαίθρου βασίσθηκε στον ευτελισμό των περισσότερων  αγροτικών εισοδημάτων και  οδήγησε στην απαξίωση της πρωτογενούς παραγωγής.
Διαδικασία που είχε δύο βασικά αρνητικά αποτελέσματα παρά το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στην εκμηχάνιση των εργασιών, αύξηση των εισροών και της τεχνογνωσίας:
α) την αποδιάρθρωση συνολικά της αγροτικής παραγωγής και                β) την καταστροφή των φυσικών πόρων αλλά και την  εκτεταμένη ρύπανση του αγροτικού περιβάλλοντος

Πως οδηγηθήκαμε εδώ;
Στα πλαίσια του δοσμένου μοντέλου αγροτικής ανάπτυξης η παραγωγική διαδικασία διασπάστηκε σε τρία επίπεδα: Τις εισροές, την παραγωγή και τη διάθεση. Στο πρώτο και στο τρίτο κυριάρχησαν μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές, οι πολυεθνικές, το εμπορομεσιτικό κύκλωμα και τα καρτέλ τροφίμων. Η παραγωγική διαδικασία στην ύπαιθρο, γεωργική και κτηνοτροφική, αντιμετωπίστηκε περίπου σαν αποικιακή δραστηριότητα, με αποτέλεσμα την σταδιακή αποδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής και την παράλληλη, όπως αναφέρθηκε, κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Οι αθρόες εισαγωγές ήταν συνεπακόλουθο της ασκούμενης πολιτικής.
Η παραπάνω αναφερόμενη διάσπαση, εκφράσθηκε στο εσωτερικό της αγροτικής οικονομίας  με την αποσύνδεση:  της κτηνοτροφικής από την φυτική παραγωγή, της εναλλαγής των καλλιεργειών από τα οικοσυστήματα, της τροφοδοσίας των υδροφορέων από τις λεκάνες απορροής, της μεταποίησης από την τοπική παραγωγή, των επιχειρήσεων γεωργικών κατασκευών από την εκμηχάνιση των εκμεταλλεύσεων, της χρήσης ντόπιων σπόρων και φυλών ζώων από το πολλαπλασιαστικό υλικό, της παραγωγής από την κατανάλωση.

Ο εκφυλισμός του συνεταιριστικού κινήματος αντανακλάει  παράγωγες εξελίξεις στο οικονομικοκοινωνικό επίπεδο της υπαίθρου.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι η εφαρμογή της ΚΑΠ, δεν ανέστειλε τις αρνητικές εξελίξεις. Τουναντίον, μέσα από ρέοντα καθεστώτα επιδοματικής πολιτικής, οδηγηθήκαμε στην ενίσχυση της διασποράς και στην αποδιάρθρωση της αγροτικής οικονομίας με αρνητικά αποτελέσματα. Οι μονοκαλλιέργειες, η αύξηση των εισροών στην παραγωγική διαδικασία και οι ακατάσχετες εισαγωγές γεωργικών εφοδίων και καλλιεργητικών μέσων, επιδείνωσαν τις επιπτώσεις στην διαστρωμάτωση της αγροτιάς, στους φυσικούς πόρους, τα οικοσυστήματα και στο κόστος παραγωγής. Σε απόλυτες τιμές οι χρηματικές επιδοτήσεις ωφέλησαν ένα μικρό μέρος κατόχων σημαντικών εκτάσεων γης, οφέλη, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν επενδύθηκαν σε διαδικασίες για τον εκσυγχρονισμό των εκμεταλλεύσεων.

Γ. Τα μοντέλα ανάπτυξης
Αγαπητοί φίλοι,
Μετά από αρκετά χρόνια, η αγροτική ανάπτυξη επαναπροσδιορίζει τους στόχους της. Η διανομή της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας έστειλε τη χώρα μας στο περιθώριο της ανάπτυξης, αλλά δεν μπορεί να της στερήσει το βασικό πλεονέκτημα του εκλεκτού εδαφοκλιματολογικού περιβάλλοντος, το οποίο σε συνδυασμό με την ιστορία και τον πολιτισμό της, το ταμπεραμέντο και την αγωνιστικότητα των ανθρώπων της, μπορούν να αποτελέσουν δυναμικό αναπτυξιακό μείγμα για μια αειφορική ανάπτυξη με πρωταγωνιστή την πρωτογενή παραγωγή.
Ωστόσο:
Υπάρχουν σχηματικά  δύο προοπτικές ανάπτυξης, που εκπροσωπούν δύο διαφορετικά μοντέλα:
Το  πρώτο, σαν συνέχεια της σημερινής κατάστασης,  είναι να «αλώσουν»  ολοκληρωτικά οι κυρίαρχοι στις εισροές και την διάθεση, και την ίδια την παραγωγική διαδικασία.
Το δεύτερο, με αφετηρία την παραγωγική διαδικασία, είναι να διεισδύσουν δυναμικά στους χώρους των εισροών και της διάθεσης -μεταποίησης της παραγωγής οι γεωργοκτηνοτρόφοι και οι λοιποί επαγγελματίες-επιχειρηματίες της υπαίθρου.
Το πρώτο, επιδιώκει μεγιστοποίηση των εισροών,  τεχνολογικές εξελίξεις που ομογενοποιούν την παραγωγή με βάση τις  προδιαγραφές των πολυεθνικών όπως οι Γ.Τ.Ο (μεταλλαγμένα), απομόνωση των καταναλωτών από τους παραγωγούς, πλήρη ασυδοσία στη διαχείριση-μεταποίηση της αγροτικής παραγωγής από όπου (εκτός των άλλων) απορρέουν και τα γνωστά διατροφικά σκάνδαλα .
Το δεύτερο,  αξιοποιεί τις δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών με την δυναμική παρέμβαση και  τη συλλογική δράση αγροτών, εργαζομένων και των τοπικών επιχειρήσεων, με ισόρροπη διαχείριση των φυσικών πόρων και την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων της ντόπιας βιοποικιλότητας Αυτοί πρέπει να προχωρήσουν στην παραγωγή πρώτων υλών και τροφίμων ποιότητας, με στόχο όχι μόνον την διατροφική επάρκεια του πληθυσμού αλλά και την προώθηση εκλεκτών προϊόντων στις πλέον απαιτητικές αγορές του εξωτερικού.

Δ. ΠΡΟΤΑΣΗ
Η ΔΗΜΑΡ εκτιμά ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις, η χώρα να κινηθεί– και γρήγορα- στην κατεύθυνση ενός άλλου αειφορικού μοντέλου ανάπτυξης.
Στις σημερινές συνθήκες αποτελεί επιτακτική ανάγκη η χάραξη μίας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τον αγροτικό τομέα. Μία στρατηγική που θα κινείται στο τετράπτυχο: αγροτική ανάπτυξη – αειφορία – ανταγωνιστικότητα-κοινωνική συνοχή.. Η γεωργία πρέπει να καταστεί ανταγωνιστική και παράλληλα να σέβεται το περιβάλλον, έχοντας ως στόχο την ανάδειξη των ποιοτικών χαρακτηριστικών και των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ελληνικής γεωργίας:

Για να γίνουν πράξη αυτά πρέπει η αγροτική πολιτική:

►  Στόχοι
1. να δημιουργήσει  συνθήκες ώστε να επιβιώσει η αγροτική οικογένεια και να μπορέσει να παραμείνει στην ύπαιθρο με αναβαθμισμένα κοινωνικά αγαθά.
2. να προσελκύσει νέους στο αγροτικό επάγγελμα, αποτρέποντας την αιμορραγία της υπαίθρου και δημιουργώντας δυνατότητες απασχόλησης  συμβάλλοντας στη μείωση  της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας στα αστικά κέντρα.
3. να εξασφαλίσει επάρκεια βασικών διατροφικών προϊόντων σε προσιτές τιμές.
4. να συμβάλλει στην αύξηση εξαγωγών με προϊόντα ποιοτικά, επώνυμα, υψηλής προστιθέμενης αξίας.
5. να υπερασπίζεται τη βιοποικιλότητα, το περιβάλλον και την αειφόρο διαχείριση των φυσικών πόρων.

Αλλαγές
Για να μπορέσουν όμως να γίνουν πράξη αυτά απαιτούνται μεγάλες, δομικές αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία των αγροτών αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα πρέπει:
1. να ξεπεραστούν τα αρνητικά δεδομένα της αγροτικής μας παραγωγής: μικρά μεγέθη διασκορπισμένα όχι μόνο σε ορεινές, ημιορεινές και μειονεκτικές περιοχές αλλά και σε εύφορες πεδινές περιοχές.
2. να αντιμετωπιστούν με έργα και πρωτοβουλίες οι αρνητικές επεμβάσεις διαφόρων φορέων εμπορίας (μεσαζόντων) και η δράση των καρτέλ.
3. να τερματιστεί η απαράδεκτη απουσία στόχων, προτεραιοτήτων και κεντρικού προγραμματισμού που οδηγεί σε αυθαιρεσίες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
4. να υπάρξει κεντρικός βραχυπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος προγραμματισμός.
5. να δημιουργηθούν νέες συλλογικότητες, αυτόνομες, αυτοδιοικούμενες, με καθαρούς στόχους. Αυτό σημαίνει ανασύνταξη εκ θεμελίων των παραδοσιακών συνεταιρισμών ώστε να είναι πραγματικά αυτοδιοικούμενοι, με δημοκρατική και διαφανή λειτουργία, κόβοντας οριστικά κάθε σχέση με τις γνωστές σε όλους παθογένειες του παρελθόντος, τις κομματικές και πολιτικές εξαρτήσεις και μεμονωμένες εξυπηρετήσεις.
6. Να δοθεί έμφαση σε θέματα σύγχρονης διακίνησης και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων και σε δραστηριότητες, όπως η έρευνα αγοράς, η προώθηση και η διαφήμιση των αγροτικών προϊόντων.

Ε. Ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου

Στόχος μας είναι η ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου, με ισόρροπη ανάδειξη των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων της. Το μέλλον και η προοπτική της αγροτικής μας οικονομίας στηρίζεται στην αύξηση και στην ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής, στην προώθηση του συνόλου των ελληνικών διατροφικών προϊόντων στην εθνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά μέσω της προβολής του μεσογειακού μοντέλου διατροφής και με μεθόδους παραγωγής φιλικές στο περιβάλλον
Στο επίκεντρο της πολιτικής μας βρίσκεται ο Έλληνας αγρότης και η ποιότητα ζωής του.
Όρος και προϋπόθεση για την επίτευξη των παραπάνω στόχων είναι η οικονομικά και κοινωνικά ζωντανή ύπαιθρος. Αυτό σημαίνει ότι  πρέπει να καθοριστούν α) πολιτικές που θα καθιστούν τους πολίτες της ισότιμους και β) μέτρα που παρέχουν ίσες ευκαιρίες διαβίωσης, με τους κατοίκους των αστικών κέντρων.
Για το λόγο αυτό, απαιτούνται οριζόντιες πολιτικές για τον χώρο της υπαίθρου που εστιάζουν στην ενίσχυση με τις απαραίτητες υποδομές. Πρωταρχικά και άμεσα η εξειδίκευση των πολιτικών θα πρέπει να αντιμετωπίζει:
(πολιτικές για την ποιότητα ζωής του αγρότη)
Την πρόσβαση σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες. Χωροθέτηση και λειτουργία των Κ.Ε.Π. σε όλους τους Καλλικρατικούς Δήμους.
Τις δομές υγείας και κοινωνικής προστασίας, που πρέπει να χωροθετηθούν και να λειτουργήσουν στην ελληνική ύπαιθρο (βρεφονηπιακοί σταθμοί, νηπιαγωγεία, βοήθεια στο σπίτι, κέντρα υγείας, πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη) με κρατική  ευθύνη και οικονομική κάλυψη.
Το ζήτημα της εκπαίδευσης, με την λειτουργία ισοδύναμων με αυτά των πόλεων, ολοήμερων σχολείων όλων των βαθμίδων και με την διασφάλιση της μεταφοράς των μαθητών.
Το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης, με την παραπέρα αναβάθμιση του Ο.Γ.Α. και κυρίως με τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος που αφορά την συλλειτουργία του Ο.Γ.Α. με τα υπόλοιπα ασφαλιστικά ταμεία.

Η κάθε τοπική κοινωνία χωριστά αλλά και η κάθε περιφέρεια, μπορούν να προβάλουν τις ιδιαιτερότητες της ταυτότητας των, και παράλληλα να συνδιαμορφώσουν συνολικά το ιδιαίτερο ποιοτικό αγροδιατροφικό προφίλ της χώρας. Αυτή είναι η ευκαιρία μας.
 Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου περιλαμβάνει το σύνολο των δυνατών και αναγκαίων δράσεων και προσαρμογών στην συνολική επιφάνεια της κάθε τοπικής κοινωνίας. Καλλιέργειες, κτηνοτροφία όλων των κατηγοριών, μεταποιητικές και αγροδιατροφικές δράσεις διαφόρων βαθμίδων, τουρισμός και οικιστική ανάπτυξη, πράσινο επιχειρείν και κέντρα άθλησης και αναψυχής, χρησιμοποιούν τους ίδιους φυσικούς πόρους και επηρεάζουν το ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής της κάθε τοπικής κοινωνίας. Το εδαφοκλιματικό περιβάλλον, τα αποθέματα Α.Π.Ε., οι ορεινές και οι παραλιακές περιοχές  και τα μέρη ιδιαίτερου φυσικού κάλλους αποτελούν την κοινή περιουσία, που σε συνεργασία με τον πολιτισμό και την ιστορία του κάθε τόπου, μπορούν να στηρίξουν την ανασυγκρότηση της υπαίθρου.
Σε μια πορεία δυναμικών αλλαγών,  η κινητοποίηση των τοπικών κοινωνιών, η αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού όλων των ειδικοτήτων και των εκπαιδευτικών-ερευνητικών ιδρυμάτων, η ενδυνάμωση των συλλογικών-συνεταιριστικών δράσεων και της τοπικής επιχειρηματικότητας, μπορούν να αποκαταστήσουν τις διασπασμένες σχέσεις στο εσωτερικό της αγροτικής παραγωγής της κάθε περιοχής και τη σχέση της με την κατανάλωση και την ισόρροπη διαχείριση των φυσικών πόρων, και να προωθήσουν την αειφορία σε όλα τα στάδια των παραγωγικών και κατασκευαστικών τομέων που συνδέονται με αυτή.
Η ανασυγκρότηση της υπαίθρου, με πρωταγωνιστή τους συνεταιρισμούς που θα πρωτοστατούν στην οργάνωση της γεωργοκτηνοτροφικής ανάπτυξης σε επίπεδο κάθε τοπικής κοινωνίας, αφορά και την τοπική ποικίλη επιχειρηματική δραστηριότητα, και οι ευρύτερες συνεργασίες τους μπορούν να δώσουν πολύπλευρες διεξόδους στην καινοτομία , στο «πράσινο επιχειρείν» και στην προώθηση διεθνώς προϊόντων και υπηρεσιών (τουριστικών-νοσηλείας-αποκατάστασης υγείας) με «ονοματεπώνυμο».
Ο συντονιστικός ρόλος της περιφέρειας, αποτελεί βασικό παράγοντα προώθησης υποδομών-έρευνας  και συνεργασιών των τοπικών κοινωνιών που την συναπαρτίζουν.
Όμως για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να συμβάλουν στην ανάδειξη της πρωτογενούς παραγωγής σε πρωταγωνιστή της ανάπτυξης, πρέπει το κράτος να μεταφέρει εξουσία και πόρους στις τοπικές κοινωνίες και την περιφέρεια, που καλούνται να σηκώσουν μεγάλο βάρος της αναπτυξιακής προσπάθειας της χώρας.
Η ΔΗΜΑΡ ολοκληρώνει την διαμόρφωση ενός πλαισίου εθνικής στρατηγικής για την αγροτική ανάπτυξη , τη διατροφική επάρκεια της χώρας και την ανασυγκρότηση της υπαίθρου. Με βάση το πλαίσιο αυτό που απορρέει από τις βασικές αρχές της πολιτικής μας –δημ. σοσιαλισμός, αριστερός ευρωπαϊσμός, μεταρρυθμιστική στρατηγική, οικολογική εγρήγορση-  θα διαχειρισθούμε το σύνολο των επιπτώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή και της ΚΑΠ αλλά και τις σχέσεις μας με τις άλλες χώρες του κόσμου.

ΣΥΝΟΛΙΚΑ
Οι  παραδοχές και οι προτάσεις της ΔΗΜΑΡ για την ανάπτυξη της υπαίθρου είναι οι εξής:
1. Η αγροτική παραγωγή  μέσα από ένα συνολικό πρόγραμμα ολοκληρωμένης ανάπτυξης της υπαίθρου μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, στην εξασφάλιση της διατροφικής επάρκειας και στην ενδυνάμωση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.
2. Η σύνδεση της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής με την αειφορία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της υπαίθρου και θα συμβάλει στην ισόρροπη διαχείριση των φυσικών πόρων και στην προστασία του περιβάλλοντος.
3. Η διασφάλιση των πόρων της ΚΑΠ  και οι δεσμεύσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή της αγροτικής πολιτικής μετά το 2013, επιβάλουν την δημιουργική προώθηση όλων των προσαρμογών που θα αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα της ελληνικής αγροδιατροφικής αλυσίδας.
4. Η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εκσυγχρονισμό των καλλιεργειών και των κτηνοτροφικών μονάδων, τις συλλογικές δράσεις, τη μείωση του κόστους παραγωγής και τον εξορθολογισμό της λειτουργίας των φορέων εμπορίας.
5. Η ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων της χώρας συνδέεται με την αξιοποίηση των εδαφοκλιματολογικών χαρακτηριστικών της κάθε περιοχής και την προώθηση της καινοτομίας.
6. Η προστασία της αγροτικής γης, με σαφή καθορισμό των χρήσεων της σε όλη την επικράτεια, και η αξιοποίηση των ΑΠΕ για τις ανάγκες της αγροτικής ανάπτυξης, αποτελούν προϋποθέσεις για την ανάδειξη των παραγωγικών δυνατοτήτων της κάθε περιοχής.
7. Η αγροτική έρευνα και η δικτύωση της πληροφόρησης των αγροτών αποτελούν αναπόσπαστα συστατικά της οργάνωσης της παραγωγής αγροτικών προϊόντων.
8. Η συνεργασία των συνεταιρισμών των αγροτών με τα δίκτυα των καταναλωτών και οι κοινές δράσεις διάθεσης της παραγωγής, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας των τροφίμων και την διαμόρφωση καλύτερων τιμών για παραγωγούς και καταναλωτές.
9. Η στήριξη των συνεταιριστικών δράσεων και των επιχειρήσεων με αναπτυξιακό και εξαγωγικό προσανατολισμό θα συμβάλει στην αποκατάσταση του ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων και στην αύξηση της απασχόλησης.
10. Οι επιχειρήσεις κλίμακας πρέπει να συνδυασθούν με την συνεταιριστική δράση σε όλα τα στάδια της αγροτικής παραγωγής, αλλά και των συνδεδεμένων με αυτή δράσεων.
11. Η αναστροφή της κίνησης του πληθυσμού προς την ύπαιθρο, ειδικά νέων ανθρώπων, πρέπει να αποτελεί προϊόν ενός ολοκληρωμένου προγράμματος απασχόλησης και κοινωνικών παροχών.
12. Τα ειδικά αγροδιατροφικά προϊόντα και οι καινοτόμες δράσεις αποτελούν τμήμα ενός ολοκληρωμένου προγράμματος της συνολικής παραγωγής της κάθε τοπικής κοινωνίας.
13. Η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών αφορά κύρια την οργάνωση των κλάδων που διαμορφώνουν την πλειονότητα των βασικών αγροδιατροφικών προϊόντων (δημητριακά-οπωρολαχανικά-κτηνοτροφικά).
14. Η προώθηση ενός Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης  με ενίσχυση των πόρων του για τον εκσυγχρονισμό και την ισόρροπη ανάπτυξη της παραγωγής, των μεταποιητικών μονάδων αλλά και των δικτύων εμπορίας αγροτικών προϊόντων, θα προσελκύσει τις επενδύσεις και θα προωθήσει την καινοτομία και τα νέα παραγωγικά συστήματα σε όλα τα στάδια της αγροτικής παραγωγής.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου