Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011



ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ  (6) 
ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΛΑΡΙΣΑΣ 
( 15 - 9 - 2011 ) 


►  Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Φώτη Κουβέλη, στη ΔΕΘ  - 12/09/2011

[...]   ΑΛΛΑΓΕΣ  ΣΤΟ  ΚΡΑΤΟΣ  ΚΑΙ  ΤΗ  ΔΙΟΙΚΗΣΗ,  ΤΟΥΣ  ΘΕΣΜΟΥΣ  ΚΑΙ  ΤΟ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Το πολιτικό σύστημα της χώρας μας είναι πλήρως απαξιωμένο στη συνείδηση των πολιτών, ανίκανο να ανταποκριθεί στις επείγουσες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Σ' αυτές τις προσδοκίες των πολιτών οφείλει να  απαντά  μια  σύγχρονη  και  ουσιαστική  μεταρρύθμιση,  που  θα  γίνει  με  όρους  πολιτικούς  και  όχι ψευδεπίγραφους και επικοινωνιακούς (opengov κλπ.) ή και μερικής ή επιλεκτικής εφαρμογής (Πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ).
Οι άξονες μιας τέτοιας προσπάθειας δεν μπορεί παρά να είναι η θεσμική σαφήνεια (ούτε γραφειοκρατία, ούτε  απλώς  απρόσωπο  management),  η  θεσμική  διαφάνεια,  και  η  θεσμικά  κατοχυρωμένη  δημόσια λογοδοσία του δημοσίου.
-Ένα  δημοκρατικό  κράτος,  αποκεντρωμένο,  με  μια  ισχυρή  αυτοδιοίκηση  και  των  δύο  βαθμών,  με πόρους και αρμοδιότητες, στην υπηρεσία του πολίτη και της κοινωνίας, αποτελεί την κεντρική επιλογή της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ.
Στη Δημόσια Διοίκηση, μεταξύ άλλων, προωθούμε:
• τον δραστικό περιορισμό της κρατικής γραφειοκρατίας που αυτονομείται από την κοινωνία και την καταδυναστεύει,
• την εξάλειψη της διαφθοράς και διαπλοκής,
• την αντιμετώπιση της σπατάλης,
• την ορθολογική κατανομή προσωπικού μέσα από τη διαδικασία των μετατάξεων,
• τον οργανωτικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό,
• την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.
• Νέο  αυστηρότερο  πειθαρχικό  δίκαιο.  Την  αποκατάσταση  της  ενιαίας  δομής  και  ιεραρχίας,  με θέσπιση αξιοκρατικών κριτηρίων στην επιλογή και προαγωγή του προσωπικού σε όλες τις βαθμίδες.
• την  εισαγωγή  διαδικασιών  εσωτερικής  και  εξωτερικής  αξιολόγησης  των  υπηρεσιών  και  του προσωπικού.
• τη θεσμοθέτηση της λογοδοσίας και της διαφάνειας.
• την ουσιαστική εφαρμογή του «πόθεν έσχες».
• τον κοινοβουλευτικό και κοινωνικό έλεγχο της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.
Στις  Δημόσιες  Επιχειρήσεις  υπογραμμίζουμε  την  αναγκαιότητα  ενός  σχεδίου  αναδιάρθρωσης  και προοπτικής  για  κάθε  ΔΕΚΟ  χωριστά,  στο  οποίο  θα  εντάσσεται  και  η  αντιμετώπιση  των  όποιων ακροτήτων, και των μισθολογικών.
Υποστηρίζουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι φυσικοί πόροι αποτελούν δημόσια περιουσία και οι κεντρικές υποδομές πρέπει να είναι υπό δημόσιο έλεγχο.
Όσες  επιχειρήσεις  παραμείνουν  υπό  δημόσιο  έλεγχο  πρέπει  να  εξυγιανθούν  και  να  εκσυγχρονιστούν (κατάργηση  συντεχνιακών  προνομίων,  έλεγχος  προμηθειών,  αποκατάσταση  αξιοκρατίας  και  διαφάνειας).
Δημόσιες  επιχειρήσεις,  που  δεν  είναι  μείζονος  κοινωνικής  σημασίας  και  δημόσιας  ωφέλειας  και  δεν χρησιμεύουν ως σημαντικός αναπτυξιακός μοχλός, δεν υπάρχει λόγος να παραμένουν στην ιδιοκτησία του δημοσίου.
- Διεκδικούμε τη διαμόρφωση δημοκρατικών πολιτικών θεσμών με άμεσα μέτρα, όπως:
• εκδημοκρατισμός  της  λειτουργίας  και  πλήρης  διαφάνεια,  με  έλεγχο  από  ανεξάρτητη  αρχή,  στα οικονομικά των κομμάτων και περαιτέρω μείωση της κρατικής οικονομικής επιχορήγησής τους.
• αυστηρός περιορισμός της βουλευτικής ασυλίας μόνο για πράξεις που ανήκουν στον πυρήνα της
πολιτικής  λειτουργίας  του  βουλευτή.  Ουσιαστικοποίηση  και  αυστηροποίηση  του  «πόθεν  έσχες»  των βουλευτών, των συγγενικών τους προσώπων, των υπαλλήλων τους, καθώς και των υπαλλήλων της Βουλής, με έμφαση στο «πόθεν».
• Δραστική μείωση της βουλευτικής αποζημίωσης και κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης.
Μείωση του προσωπικού, των εν γένει λειτουργικών εξόδων, τη δημοσιοποίηση όλων των πράξεων και την πλήρη διαφάνεια στα οικονομικά της Βουλής και των βουλευτών.
Καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής και ανάλογα μέτρα για την αντιμετώπιση του «μαύρου» πολιτικού χρήματος.
• αναδρομικό  έλεγχο  των  περιουσιακών  στοιχείων  όσων  διετέλεσαν  πρωθυπουργοί,  υπουργοί,
βουλευτές,  διοικητές  και  διευθύνοντες  σύμβουλοι  οργανισμών  του  δημοσίου,  μέλη  επιτροπών  ανάθεσης δημόσιων έργων και δημόσιων προμηθειών καθώς και των συζύγων και των συγγενών τους από το 1981 μέχρι σήμερα.
• έλεγχο, όλων των μεταβιβάσεων ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν, προς συζύγους και συγγενείς,
για να αποκαλυφθούν πράξεις απόκρυψης παράνομου πλούτου.
• δήμευση  περιουσιακών  στοιχείων  που  μεταβιβάστηκαν  γιατί  η  προέλευσή  τους  δεν  μπορεί  να δικαιολογηθεί.
• Ειδικός  νόμος  που  θα  καθιστά  την  απιστία  σε  βάρος  του  Δημοσίου  και  τη  φοροκλοπή  διαρκή εγκλήματα χωρίς παραγραφή, και θα θεσπίζει την αυτόματη άρση φορολογικού και τραπεζικού απορρήτου όλων όσοι διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα ή συμμετείχαν στην ανάθεση έργων ή προμηθειών.
--Θεωρούμε πρωταρχικής σημασίας τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, με την ανάδειξη της ηγεσίας της από τους ίδιους τους δικαστές, για να παύσει να διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση και να υπηρετηθεί η  ουσιαστική  ανεξαρτησία  της.  Επιβάλλεται  η  επιτάχυνση  της  απονομής  της  δικαιοσύνης  και  η αντιμετώπιση της πολυνομίας.
[....]

 ►  Ερωτήσεις που έγιναν στον Φώτη Κουβέλη κατά τη συνέντευξη στη ΔΕΘ                             

  Ι.     ΤΣΩΧΟΣ      («ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ»):    Κύριε Πρόεδρε, θα σας ρωτήσω δύο πολύ σύντομα ερωτήματα, που  προκύπτουν μέσα από την τοποθέτησή σας. Σε ένα σημείο είπατε ότι η κυβέρνηση αναδεικνύεται καθημερινά κατώτερη  των  περιστάσεων,  δεν  μπορεί  να  αντιμετωπίσει  την  κρίση.  Αυτό  σημαίνει  ότι  ζητάτε  εκλογές,  η  Δημοκρατική  Αριστερά ζητάει να γίνουν εκλογές; Το δεύτερο έχει να κάνει με την τοποθέτησή σας, όσον αφορά την ανασυγκρότηση του ευρύτερου δημοκρατικού,  σοσιαλιστικού χώρου. Θα ήθελα να σας ρωτήσω σε αυτή τη συμμαχία, αν θεωρείτε ότι έχει θέση ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο ΣΥΝ.
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:    Κύριε Τσώχο, αναφορικά με τις εκλογές, είναι βέβαιο ότι οι εκλογές αποτελούν μια  διέξοδο, ιδιαίτερα από την ασφυξία στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, γι’ αυτό και είπα ότι οι  πρόωρες εκλογές δεν πρέπει να αποκλειστούν ως το ενδεχόμενο, ως η αναγκαστική λύση. Τούτη  την  ώρα,  βέβαια,  εμείς  δε  ζητάμε  εκλογές.  Αλλά  αυτό  που  ζητάμε  είναι  η  αλλαγή  του  περιεχομένου της πολιτικής. Βεβαίως αν η αλλαγή του περιεχομένου της πολιτικής δεν υπάρξει, τότε οι  εκλογές  προβάλλουν  ως  η  μόνη  λύση.  Και  λύση  διεξόδου  για  τον  ανακαθορισμό  των  πολιτικών  συσχετισμών. Σε  ό,τι  αφορά  την  πρόταση  ανασυγκρότησης  του  ευρύτερου  δημοκρατικού,  σοσιαλιστικού  χώρου.  Απαντώ  ευθέως  στο  ερώτημά  σας.  Ούτε  ο  ΣΥΝ,  ο  Συνασπισμός,  πολύ  δε  περισσότερο  ούτε  ο  Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, ανταποκρίνονται στα κριτήρια τα οποία  θέσαμε. Και  το  λέω  αυτό  διότι  η  αναφορά  σε  επιστροφή  σε  παλαιοκομμουνιστικές  θέσεις,  είναι  πρόδηλο  ότι  αφορά  κι  αυτές  τις  δυνάμεις.  Και  βεβαίως  θα  σας  έλεγα  ότι  δεν  είναι  ευχερής  ο  διαχωρισμός  του  Συνασπισμού από το ΣΥΡΙΖΑ, όταν μάλιστα ο Συνασπισμός μετέχει στο ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα σε ένα  ΣΥΡΙΖΑ εξελισσόμενο με δομές κόμματος. Διαφορετικά αν είχαν τα πράγματα, θέλω να σας βεβαιώσω, ότι δε θα αποχωρούσε το 35% των μελών  του συνεδρίου του Συνασπισμού, το οποίο προσήλθε στη συγκρότηση της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το  πρόβλημα είναι βαθύτατα πολιτικό, υπάρχουν πολιτικές διαφορές, έως και αντίπαλες θέσεις.

Ρ.      ΛΕΠΙΔΟΥ  («STAR » - «  ka - business.gr »):  Είμαι  από  το  «STAR»  και από  το  «ka-business.gr»,  ιντερνετικό κανάλι που ασχολείται με την καινοτομία και την ανάπτυξη, κάτι πολύ επίκαιρο όπως φαίνεται και είναι ο  μοναδικός τρόπος διεξόδου από την κρίση, η καινοτομία. Ήθελα να ρωτήσω το εξής. Σας έχουμε κατά καιρούς ακούσει να λέτε, όπως και σήμερα τα ίδια, ότι μια οικονομική κρίση και μια γενικότερη κρίση, μπορεί να αντιμετωπιστεί, αν η πολιτική βασιστεί στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ήθελα να μου πείτε πώς σχολιάζετε τα σχόλια Ευρωπαίων από το χώρο τον οικονομικό και τον πολιτικό κύκλο, ότι  η Ελλάδα θα βγει από την ευρωζώνη και σύντομα θα έχουμε δραχμή.  Κάτι που το ακούμε έντονα και από τον αριστερό χώρο, ότι θα έρθουμε σε δραχμή. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;  Ο ρόλος της Ευρώπης και σήμερα είναι ίδιος; Ευχαριστώ. 
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:     Η  Ευρώπη  αναμφισβήτητα  βρίσκεται  σε  μια  εξαιρετικά  κρίσιμη  στιγμή.  Η  κρισιμότητα των στιγμών προκύπτει από το γεγονός ότι η οικονομική κρίση είναι εκείνη που διαμορφώνει  τις νέες υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απάντηση στην οικονομική κρίση, απάντηση στις επιθέσεις που δέχεται η οικονομία της Ευρώπης, οι  οικονομίες των κρατών – μελών της Ευρώπης, δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η ενοποιημένη επί της ουσίας  Ευρώπη. Ακριβώς  και  γι’  αυτό  το  λόγο  η  Δημοκρατική  Αριστερά  υποστηρίζει,  ότι  πρέπει  να  επιταχυνθούν  τα  βήματα προς την ουσιαστικά ενοποιημένη πολιτικά Ευρώπη. Για το λόγο αυτό και όχι μόνο ως άμυνα, αλλά και ως δυνατότητα δυναμικής κίνησης προς τα μπροστά,  προτείνουμε και διεκδικούμε την επί της ουσίας οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης. Είναι  ακριβές  ότι  υπάρχουν  φωνές  μέσα  στον  ευρωπαϊκό  χώρο,  υπάρχουν  φωνές  οικονομικών  και  πολιτικών κύκλων και στην Ελλάδα, που εισηγούνται είτε την απομάκρυνση της χώρας από την ευρωζώνη  είτε τη μετατροπή της Ευρώπης σε μια Ευρώπη δύο ζωνών. Η μία ζώνη με ένα ευρώ και η άλλη ζώνη με ένα χαμηλότερης σημασίας, δυνατότητας και αξίας ευρώ.  Κάτι τέτοιο, αν συμβεί, πιστεύω ότι δεν υπηρετεί την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολύ δε περισσότερο που η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι τούτη την ώρα πιο πολύ και μάλιστα με  μορφή  ομοσπονδιακής  σύνθεσης,  ενοποιημένη  αν  θέλει  να  έχει  συμμετοχή  στη  διεθνή  οικονομική  διαδικασία  με  το  πρόσθετο  δεδομένο  ότι  είναι  πολλές  οι  νέες  αναδυόμενες  οικονομικά  χώρες  στην  παγκόσμια κοινότητα και αντιλαμβάνεστε ότι αυτό διαμορφώνει καινούριους συσχετισμούς. Απάντηση  στα  σημερινά  δεδομένα,  μπορεί  να  αποτελεί  και  αποτελεί  η  ενοποιημένη  επί  της  ουσίας,  πολιτικά ενοποιημένη Ευρώπη. Αυτό είναι και στοιχείο που μπορεί να αντιπαρατίθεται χρήσιμα, ωφέλιμα  και αρκετά αποτελεσματικά και στην οικονομική κρίση, η οποία υπάρχει. Σε  ό,τι  έχει  σχέση  με  την  Ελλάδα,  θεωρώ  ότι  πέρα  από  το  γεγονός  ότι  δεν  είναι  ευχερής  νομικά  η  αποκοπή της χώρας μας από την ευρωζώνη, διότι χρειάζεται να αλλάξει άρδην η συνολική σύμβαση μεταξύ  των κρατών – μελών, αυτό θα είναι επικίνδυνο για τη συνοχή της Ευρώπης γενικότερα. Διότι θα συμπαρασύρει κι άλλες χώρες, θα συμπαρασύρει όλες τις χώρες του   ευρωπαϊκού νότου ή τις  περισσότερες από αυτές. Και τότε η αντανάκλαση θα αφορά και τις χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας  Ευρώπης. Και νομίζω ότι απομακρύνεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο, παρά την ύπαρξη, όπως είπα λίγο πριν, φωνών και  εισηγήσεων για την περιθωριοποίηση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα από την  ευρωζώνη.

Φ.      ΔΕΡΓΙΑΔΕΣ      («ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»):     Κύριε  Πρόεδρε,  είπατε  νωρίτερα  ότι  ο  μόνος  πρακτικός  φερέγγυος  μηχανισμός που σήμερα διαθέτει το κράτος είναι η ΔΕΗ. Χτες ο κ. Βενιζέλος και η κυβέρνηση ανακοίνωσαν κάποια  μέτρα,  σκληρά  μέτρα  για  όλους  τους  πολίτες.  Εδώ  τίθεται  ένα  ερώτημα.  Αν  κάποιος  πολίτης  δεν  μπορέσει  να  πληρώσει αυτό το νέο χαράτσι, τι θα κάνει η κυβέρνηση; Θα του κόψει το ρεύμα; Και αν του κόψει το ρεύμα τι θα  κάνει ο πολίτης; Ποια είναι η πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς; Οι πολίτες να μην πληρώσουν, να υπάρξει  ανυπακοή σε αυτό το θέμα; Και ένα δεύτερο ερώτημα. Ακούμε διάφορα σενάρια τελευταία για συγκυβέρνηση. Ποια  είναι η δική σας θέση, θα συμμετείχατε σε ένα σχήμα και με ποιες πολιτικές δυνάμεις και με ποιους όρους; Ευχαριστώ.
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:    Όσα είπε χτες η κυβέρνηση δια στόματος του Πρωθυπουργού και του αρμόδιου  Υπουργού για τη ΔΕΗ, σχολίασα ότι δυστυχώς αποτελεί ομολογία ότι εκείνον που αναγνωρίζουν ως το  μόνο φερέγγυο οργανισμό είσπραξης είναι η ΔΕΗ και είναι τραγικό. Αυτό αναδεικνύεται από τον τρόπο με  τον οποίον αντιμετώπισαν αυτή την επιβολή της νέας εισφοράς στο ακίνητο. Σπεύδω να σας πω ότι είμαστε ριζικά αντίθετοι με την επιβολή του μέτρου συνολικά και συλλήβδην για  το λόγο ότι δεν μπορείς άλλο να επιβαρύνεις την ακίνητη περιουσία του μικρού, του πολύ μικρού και του  μικρομεσαίου οικονομικά Έλληνα πολίτη.  Η Κυβέρνηση δεν έχει εισπράξει το ΕΤΑΚ, δεν έχει εισπράξει το φόρο Ακίνητης Περιουσίας για δύο ολόκληρα  έτη  και  έρχεται  σήμερα  με  την  απουσία  μάλιστα  εισπρακτικών  μηχανισμών  να  επιβάλει  νέα  επιβάρυνση στην ακίνητη περιουσία.  Ποια ακίνητη περιουσία; Θα επιβάλει εισφορά στο διαμέρισμα των 50, των 60, τω ν 70, των 80, των 90  τετραγωνικών μέτρων, όπου εκεί ζουν οικογένειες φτωχών, μικρομεσαίων οικονομικά ανθρώπων; Εάν θέλει  να επιβάλει επιβάρυνση και εισφορά να το επιβάλει στις μεγάλες ακίνητες περιουσίες οι οποίες μένουν στο  απυρόβλητο διότι λίγο πριν σας είπα, ότι δεν έχουν εισπραχθεί συγκεκριμένοι πόροι θεσμοθετημένοι εδώ  και 2-2,5 χρόνια.  Σε  ότι  αφορά  την  καταβολή  ή  μη  αυτής  της  πρόσθετης  εισφοράς  και  με  τον  τρόπο  που  θέλει,  είναι  απροσδιόριστος βέβαια ο τρόπος, αλλά με τον τρόπο που φαίνεται να θέλει η Κυβέρνηση να προωθήσει.  Πράγματι  θα οδηγηθεί η κατάσταση σε αδιέξοδο, όταν ο άλλος δεν έχει να πληρώσει, δεν θα πληρώσει.  Και από την ώρα που δεν θα πληρώσει αντιλαμβάνεστε την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης.  Δεν μπορεί η Ελλάδα να μετατραπεί σε μια φυλακή στην οποία θα προσέρχονται για να φυλακιστούν οι  μη έχοντες και οι μη έχοντες πια αποδεδειγμένα λίγο πριν ανέφερα ότι είναι το 30% περίπου, το 1/3 του  ελληνικού πληθυσμού που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας. Σε ότι αφορά τη συγκυβέρνηση, δεν θα υπάρξει συγκυβέρνηση, αυτή είναι η εκτίμησή μου για τον εξής  απλό  λόγο.  Το  μεν  ΠΑΣΟΚ  θέλει  να  οριοθετεί  τις  κομματικές  του  δυνάμεις  και  την  εκλογική  του  επιρροή,  η  δε  Νέα  Δημοκρατία  θέλει  επίσης  να  οριοθετεί  το  δικό  της  εκλογικό  χώρο,  πολύ  δε  περισσότερο όπως η ίδια εκτιμά ότι βρίσκεται κοντά στο να αναλάβει και αυτοδύναμα την κυβερνητική  εξουσία, όπως η ίδια εκτιμά.  Δεν θα υπάρξει, λοιπόν,  κατά  την εκτίμησή  μου συγκυβέρνηση τουλάχιστον  για το  αμέσως προσεχές  πολιτικό  διάστημα  και  πολιτικό  χρόνο  και  τούτο  ανεξάρτητα  από  το  γεγονός  ότι  Κυβέρνηση  και  Νέα  Δημοκρατία,  ΠΑΣΟΚ  και  Νέα  Δημοκρατία  έχουν  συγκλίνουσες  πολιτικές  και  πολλές  φορές  και  ταυτόσημες  για  πολλά  ζητήματα  αυτού  του  τόπου  και  αυτής  της  συγκεκριμένης  κοινωνικοοικονομικής  πραγματικότητας.

Ν.      ΡΟΥΜΠΟΣ      («ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ      -     ΑΠΕ»):    Θεωρείτε ότι κάθε φορά η κρίση που γίνεται πριν πάρουμε  μια δόση είναι πραγματική ή είναι μια πίεση για νεότερα μέτρα; Και με δεδομένες τις θέσεις των δύο μεγάλων  κομμάτων τελικά την χώρα από την κρίση μπορεί να την βγάλει μια μονοκομματική Κυβέρνηση ή μια Κυβέρνηση  συνεργασίας; 
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:     Πιστεύω  κ.  Ρούμπο  στην  αντικειμενικότητα  του  μεγέθους.  Και  ποιο  είναι  το  αντικειμενικό μέγεθος; Ότι είτε αν γίνεται για λόγους τακτικής, είτε αν γίνεται για λόγους συστηματικούς  έχουμε  την  πραγματικότητα  η  χώρα  να  πιέζεται  συνεχώς  για  τη  λήψη  νέων  μέτρων.  Και  αυτό  το  αντικειμενικό γεγονός είναι εκείνο που οφείλουμε πολιτικά να αντιμετωπίσουμε.  Είναι  υπαρκτό  το  ζήτημα  όταν  η  μαύρη  τρύπα  στον  προϋπολογισμό  είναι  πιστοποιημένη,  όταν  είναι  πιστοποιημένο το γεγονός της ανισότητας, της κατανομής των βαρών, όταν είναι πιστοποιημένο το γεγονός  ότι δεν έχουν προχωρήσει αναγκαίες αναδιαρθρώσεις έξω από τις απαράδεκτες αξιώσεις του μνημονίου και  του μεσοπροθέσμου, είναι μία πραγματικότητα.  Και αυτή η πραγματικότητα δεν φτάνει να αναδεικνύεται, δεν φτάνει να σκιαγραφείται ή να ζωγραφίζεται  με μελανά χρώματα, χρειάζεται συγκεκριμένες πολιτικές, συγκεκριμένη πολιτική για να αλλάξει αυτή την  πραγματικότητα.  Και η Δημοκρατική Αριστερά είχε και σήμερα και πρόσφατα και ακόμη παλαιότερα να αναδείξει τις  δικές της προτάσεις για την αλλαγή  αυτής της πολιτικής.

Θ.      ΣΕΧΛΕΤΙΔΗΣ      («ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ»):    Πριν από λίγες μέρες ένας παλιός σας φίλος και σύντροφος, ο  Δημήτρης ο Παπαδημούλης αναρωτήθηκε δημόσια, πώς είναι δυνατόν η Δημοκρατική Αριστερά να συζητάει μια  πιθανή συνεργασία με το «ΑΡΜΑ ΠΟΛΙΤΩΝ» του Γιάννη του Δημαρά, αλλά να αρνείται τη συζήτηση με τον  Συνασπισμό, το Κόμμα που και εσείς συνιδρύσατε πριν από 20 χρόνια.  Αλλά  για  να  μην  κλέψω  την  ερώτηση  από  τον  κ.  Παπαδημούλη,  γιατί  είναι  αόριστη  η  συζήτηση  για  ένα  αντινεοφιλελεύθερο  μέτωπο  και  είναι  πιο  συγκεκριμένη  η  συζήτηση  για  την  ανασυγκρότηση  του  χώρου  του  Δημοκρατικού Σοσιαλισμού; 
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:     Θα  έλεγα  ότι  είναι  εξαιρετικά  χρήσιμα  και  τα  ερωτήματα  που  διατυπώνονται  και  περιμένουν απάντηση από τους ίδιους που τα κάνουν και είναι εξαιρετικά συγκινητικός και χρήσιμος και ο  αναστοχασμός κάποιων στον Συνασπισμό για το τι ακριβώς συμβαίνει γενικότερα σ’ αυτό τον χώρο. Εγώ δεν θα παρακολουθήσω αυτό το οποίο είπατε λίγο πριν, θα απαντήσω όμως στο ερώτημά σας το  δεύτερο που αποτελεί και την καρδιά του ζητήματος.  Όταν μιλάμε για την ανασυγκρότηση κ. Σεχλετίδη του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του Δημοκρατικού  Αριστερού Σοσιαλισμού ή της Σοσιαλδημοκρατίας της Πολιτικής Οικονομικής δεν το κάνουμε γενικά και  αόριστα,  το  κάνουμε  στη  βάση  συγκεκριμένων  πολιτικών  θέσεων,  προγραμματικών  διεκδικήσεων  και  συγκεκριμένου προγραμματικού πλαισίου.  Ε, αυτό το πλαίσιο δεν υπηρετείται όπως απήντησα λίγο πριν σε συνάδελφό σας από τον Συνασπισμό και  τον  ΣΥΡΙΖΑ  με  βάση  το  γεγονός,  ότι  δεν  φτάνει  να  καταγγέλλεις  το  μνημόνιο,  δεν  φτάνει  να  το  καταψηφίζεις,  όλοι  το  έχουμε  καταψηφίσει,  αλλά  πρέπει  να  καταγράφεις  και  να  διεκδικείς  εκείνη  την  πολιτική που δεν εγκλωβίζεται σε μια γενική και αόριστη αντιμνημονιακή αναφορά, αλλά παλεύει να δώσει  απάντηση και μάλιστα απάντηση ρεαλιστική, απάντηση ευθύνης στα υπαρκτά προβλήματα των πολιτών,  της κοινωνίας και της χώρας.  Εμείς  έχουμε  συγκεκριμένη  πρόταση  από  άλλους  χώρους  της  Αριστεράς,  μεταξύ  αυτών  και  εκείνους  στους  οποίους  αναφερθήκατε,  δεν  έχουν  την  ίδια  πολιτική  απάντηση.  Η  ίδια  η  πολιτική  αυτή  δύναμη  κινείται σε αντιλήψεις οι οποίες ελέγχονται και για έντονο αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό, δεν υπηρετούν  τον  Αριστερό  Ευρωπαϊσμό,  δεν  υπηρετούν  επί  της  ουσίας  την  πολιτική  η  οποία  ξεκαρφώνει  αυτή  την  αγκυλωμένη πολιτική, τη νεοφιλελεύθερη βαθιά συντηρητική πολιτική που ασκείται για να την οδηγήσει  προς ουσιαστικά προοδευτική κατεύθυνση.

Γ.      ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ      («ΠΡΙΝ»):     Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου μια διευκρίνιση. Έχω προσέξει ότι όποτε σας  ρωτούν για εκλογές, απαντάτε με έναν σχεδόν στερεότυπο τρόπο, ότι ζητούμενο είναι η αλλαγή του περιεχομένου της  ασκούμενης πολιτικής.  Αυτή η συγκεκριμένη διατύπωση μήπως αφήνει παράθυρο στη συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς σε μια  ενδεχόμενη ανασχηματισμένη Κυβέρνηση Παπανδρέου αν σας ζητείτο κάτι τέτοιο; 
Φ.      ΚΟΥΒΕΛΗΣ:    Είναι ερμηνεία την οποία δεν είχα ακούσει μέχρι πρότινος ακούσει, αλλά χαίρομαι  που  την  καταγράφετε,.  όταν  διατυπώνουμε  την  πολιτική  μας  άποψη  για  το  ζήτημα  των  εκλογών,  την  εκλαμβάνω όμως ως γνήσια ερώτηση. Αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο και κ. Λαουτάρη είναι η πολλοστή φορά που όχι μόνο το λέμε, όχι  μόνο  το  διατυπώνει  ο  Πρόεδρος  της  Δημοκρατικής  Αριστεράς,  αλλά  και  το  αποδεικνύουμε  με  τη  συγκεκριμένη πολιτική που ασκούμε.  Αντιλαμβάνομαι  δεν  αφορά  εσάς,  ότι  όσοι  επαναφέρουν  -δειλά  ομολογουμένως-  τον  τελευταίο  καιρό  αυτό το ζήτημα, επιχειρούν να αναδείξουν για τη Δημοκρατική Αριστερά δεν ξέρω τι, όταν η Δημοκρατική  Αριστερά έχει σαφή θέση, όταν για τα ζητήματα των συνεργασιών έχει επίσης με σαφήνεια αποκλείσει κάθε  τέτοιο ενδεχόμενο. 

 ►  Ερώτηση των βουλευτών της Δημοκρατικής Αριστεράς για το θέμα των γερμανικών            
        αποζημιώσεων   05 / 09 / 2011

Στις 14 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με ανακοίνωση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, προβλέπεται να  εκθέσει, η Ελλάδα, ως τρίτο μέρος τα επιχειρήματά της επί προσφυγής του Γερμανικού Δημοσίου κατά  αποφάσεως του Εφετείου της Φλωρεντίας που το καταδίκασε να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων  της σφαγής του Διστόμου, τον Ιούνιο του 1944.  Στη υπόθεση αυτή συμμετέχει ως διάδικος και το Ιταλικό Δημόσιο για την υποστήριξη απόφασης του  Ανώτατου Δικαστήριο της Ιταλίας, που υποχρέωνε το γερμανικό κράτος να αποζημιώσει τις οικογένειες  203 πολιτών του οι οποίοι σκοτώθηκαν από το γερμανικό στρατό τον Ιούνιο του 1944 στο Αρέτσο της  Τοσκάνης.    Το Δικαστήριο θα συνεδριάσει από τις 12 έως 16 Σεπτεμβρίου όπου και οι τρεις (3) χώρες θα  παρουσιάσουν και προφορικά τις θέσεις τους. Η   εκδίκαση   της   υπόθεσης   συνιστά   κρίσιμο   γεγονός,   γιατί   οποιαδήποτε   απόφαση   θα   αποτελέσει  πρόκριμα  και νομολογιακή βάση για κάθε μελλοντική αξίωση πολιτών ή και κρατών για πολεμικές  αποζημιώσεις.  Η Ελλάδα, ως γνωστόν, άσκησε και έγινε δεκτή παρέμβασή της από το Δικαστήριο, ως στοιχειώδης  πράξη συμπαράστασης   στους κατοίκους του μαρτυρικού Διστόμου, οι οποίοι ενώ είχαν δικαιωθεί από  ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια δεν μπορούσαν να προβούν σε εκτέλεση   της απόφασης κατά του  Γερμανικού   Δημοσίου,   λόγω   άρνησης   να   παράσχει   τη   σχετική   άδεια   ο   τότε   Έλληνας   Υπουργός  Δικαιοσύνης.  Ενώ όμως, βρισκόμαστε λίγες μόνο ημέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης και εκτός των νομικών  επιχειρημάτων καθοριστικές, ίσως, μπορούν να αποβούν κινητοποιήσεις οργανώσεων, ΜΜΕ και πολιτών  τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, η κυβέρνηση αλλά και τα εγχώρια ΜΜΕ φαίνεται  να υποβαθμίζουν το γεγονός.  Επί πλέον δεν διαθέτουμε καμία ενημέρωση ή πληροφορία για την νομική  προετοιμασία ή πολιτική ετοιμότητα της Ελλάδας εν όψει της εκδίκασης της υπόθεσης.
ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΥΤΩΝ  ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός:
1)Προτίθεστε,  έστω την τελευταία στιγμή, να ενημερώσετε τους αρμόδιους πολιτειακούς   και άλλους  φορείς (Βουλή,  Κόμματα, Δικηγορικούς  Συλλόγους) για το επίπεδο ετοιμότητας  της Ελλάδας εν όψει  εκδίκασης της υπόθεσης;
2)  Προτίθεστε  να ενημερώσετε επαρκώς την ελληνική και ευρωπαϊκή κοινή  γνώμη, ώστε εν όψει της εκδίκασης, να υπάρξουν οι αναγκαίες κοινωνικές αλλά και πολιτικές παρεμβάσεις;
Οι  ερωτώντες   βουλευτές  Φώτης  Κουβέλης,  Θανάσης  Λεβέντης ,  Νίκος  Τσούκαλης,  Γρηγόρης  Ψαριανός.

 ►     Ανακοίνωση της Δημοκρατικής Αριστεράς για την οικονομία, τις εξελίξεις στην Ευρώπη 
          και το ευρώ           06 / 09 / 2011

Η Δημοκρατική Αριστερά είναι σταθερά τοποθετημένη υπέρ της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη. Οποιαδήποτε συζήτηση για έξοδο από το ευρώ, είτε προέρχεται από κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε από ορισμένους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες στην Ελλάδα, ισοδυναμεί με καταστροφή. Η αλλαγή  πολιτικής,  η  στήριξη  του  ευρώ  και η  οικονομική   και πολιτική   ενοποίηση   της  Ευρώπης αποτελούν βασικούς όρους για το μέλλον της χώρας.

 ►Ανακοίνωση των Νέων της Δημοκρατικής Αριστεράς για τα τεκταινόμενα στην παιδεία
      13 / 09 / 2011 

Το  ζήτημα  της  μεταρρύθμισης  στην  τριτοβάθμια  εκπαίδευση  είναι  μείζονος  σημασίας  τόσο  για  την  κοινωνία, όσο και για την ακαδημαϊκή κοινότητα, και -κυρίως- για τις νέες και τους νέους, στο όνομα των  οποίων, εξ ορισμού, διεξάγεται η όλη συζήτηση. Με αυτό κατά νου, το αυτονόητο θα ήταν να ζητηθεί η  γνώμη και των ενεργών φοιτητών. Επειδή όμως τα αυτονόητα σε ότι αφορά το δημόσιο διάλογο εν Ελλάδι  μακράν απέχουν των κεκτημένων, οφείλουμε ως Νεολαία της Δημοκρατικής Αριστεράς να δηλώσουμε την  απογοήτευση και την αντίθεσή μας με τη διαδικασία και τις βασικές κατευθύνσεις του νομοσχεδίου για την  τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Στο ζήτημα του ασύλου δυστυχώς δόθηκε ένα θλιβερό, αλλά αναμενόμενο τέλος, εξαιτίας της αλόγιστης  εκμετάλλευσης  και  του  εξευτελισμού  της  έννοιας  του  πανεπιστημιακού  ασύλου  από  μέρους  κάποιων  φοιτητικών παρατάξεων και των κάθε λογής  ακραίων βίαιων στοιχείων.   Αναγνωρίζουμε ότι το νομοσχέδιο περιέχει κάποια άρθρα που βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση  της  αναβάθμισης  της  ανώτατης  εκπαίδευσης   όπως  είναι  η  αξιολόγηση  των  καθηγητών,  ο  ορισμός  του  μεγίστου χρόνου φοίτησης σε ν+2 χρόνια που μαζί με την δυνατότητα διακοπής σπουδών και χορήγησης  δάνειων θα οδηγήσουν στην εντατικοποίηση των σπουδών, καθώς και την προσπάθεια τερματισμού των  συναλλαγών μεταξύ ορισμένων φοιτητικών παρατάξεων (ΔΑΠ & ΠΑΣΠ ) και της εκάστοτε διοίκησης των  ιδρυμάτων.
Εντούτοις η μείωση του κύκλου προπτυχιακών σπουδών σε 3 χρόνια, επιβεβαιώνει τις προτεραιότητες  της κυβέρνησης σε καιρούς κρίσης,   δημιουργώντας υποβαθμισμένα πτυχία και χαμηλής επιστημονικής  κατάρτισης πτυχιούχους.   Η  δυνατότητα  καθηγητών  να  ασκούν  ελεύθερο  επάγγελμα  είναι  προνόμιο  το  οποίο  μας  βρίσκει  αντιθέτους  και  η  υπερεξουσία  του  κοσμήτορα  σε  αυτό  και  άλλα  ζητήματα  διαιωνίζουν  τις  πελατειακές  σχέσεις μέσα στα πανεπιστήμια.  Όσον  αφορά  το  ζήτημα  των  φοιτητικών  κινητοποιήσεων,  είμαστε  ενάντια  στο  κλείσιμο  των  σχολών,  καθώς η παρεμπόδιση της πανεπιστημιακής διαδικασίας οδηγεί στην περαιτέρω απαξίωση του δημόσιου μαζικού πανεπιστήμιου , πλήττοντας άμεσα και κυρία τα αδύναμα   οικονομικά στρώματα της ελληνικής  κοινωνίας.
Μας είναι αδιανόητο να συμπαραταχτούμε με παρατάξεις όπως η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ , παρατάξεις οι  οποίες φέρουν καίρια ευθύνη για τη σημερινή τραγική κατάσταση στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης και  απείχαν από κάθε μορφή κινητοποίησης όλα αυτά τα χρόνια, ενώ τώρα με την ουσιαστική κατάργηση των  προνομίων τους θεώρησαν ότι πρέπει να "βγουν στον αγώνα". Θα  πρέπει να καταλάβουν ότι η συντριπτική  πλειοψηφία των   φοιτητών δεν  ενδιαφέρεται  ούτε  για τις συναλλαγές  τους με  τα  καθηγητικά κομματικά  στελέχη,  ούτε  για  τις  μελλοντικές  πολιτικές  –επαγγελματικές  τους   φιλοδοξίες.
Πιστεύουμε  ότι  ο  φοιτητικός  συνδικαλισμός  ως  έχει  τώρα  ,  έχει  περιέλθει  σε  τέλμα  και  ότι  η  πολιτική  (και  όχι  ο  συνδικαλισμός)  πρέπει  να  υπάρχει  στα  πανεπιστήμια  μέσα  από  ακηδεμόνευτες  συλλογικές  και  χωρίς  κομματικά στεγανά διαδικασίες.
Θεωρούμε  ότι  οι  όποιες  αντιδράσεις  με  τα  πανεπιστήμια  κλειστά,  στο  όνομα  μιας  αδιέξοδης  καταστροφολογίας, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Καλύτερα να κοιτάξουμε πώς θα βελτιώσουμε τα  ανώτατα  και  ανώτερα  εκπαιδευτικά  μας  ιδρύματα,  έχοντας  στο  επίκεντρο  όχι  τους  τεχνοκράτες  του  Υπουργείου,  όχι  εκείνη  τη  μερίδα  των  ακαδημαϊκών  δασκάλων  οι  οποίοι  βλέπουν  τα  συντεχνιακά  τους  συμφέροντα να θίγονται, όχι εκείνες τις φοιτητικές παρατάξεις της συνδιαλλαγής που χάνουν τα προνομία  τους ούτε και αυτές του μελλοντοφοβικού "'όχι σε όλα!", αλλά -για μια φορά, επιτέλους!- τους ίδιους τους  φοιτητές.
           
 ►  Παρουσία των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ Νίκου Τσούκαλη και Γρηγόρη Ψαριανού στην
        ακρόαση του δικαστηρίου της Χάγης για τις γερμανικές αποζημιώσεις  14  / 09 / 2011

Στην ακρόαση του δικαστηρίου της Χάγης για τις γερμανικές αποζημιώσεις παραβρέθηκαν σήμερα οι  βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς Νίκος Τσούκαλης και Γρηγόρης Ψαριανός. Είχαν συνεργασία με  τους νομικούς παραστάτες του ελληνικού δημοσίου Αντώνη Μπρεδήμα και Στέλιο Περράκη. Οι δυο  τελευταίοι ανέπτυξαν επαρκέστατα τις θέσεις της ελληνικής πλευράς με αναλυτικές εισηγήσεις, στέρεα  νομικά επιχειρήματα, που στηρίζονται στις διεθνείς συνθήκες,  στο εθιμικό διεθνές δίκαιο, αλλά και στις  ανάλογες εμπειρίες εγκλημάτων πολέμου σε άλλες περιοχές της γης. Η σχετική αναφορά ήταν αρκούντως  χρήσιμη δεδομένου ότι το 15μελές δικαστήριο αποτελείται από δικαστές όλων των ηπείρων, που έχουν  εμπειρία από αντίστοιχα γεγονότα.  Κατά  τη   διάρκεια   της   διαδικασίας   η   γερμανική   πλευρά   επέδειξε   αρκετή   δόση   αλαζονείας,  υποστηρίζοντας  ότι υπάρχει  ετεροδικία,  ότι  δεν είναι  δυνατόν πολίτες  να στρέφονται κατά κρατών,  λέγοντας ότι η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι κίνδυνος για τις διεθνείς συνθήκες! Έντονα  αντέδρασε η ελληνική πλευρά, τονίζοντας ότι τα κράτη που δεν προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα  είναι κίνδυνος για τη διεθνή νομιμότητα. Οι δυο έλληνες παραστάτες εκτίμησαν ότι δεν μπορεί η χώρα μας  να χάσει αυτή την υπόθεση, θεωρώντας ότι το διεθνές δικαστήριο θα αναγνωρίσει την υποχρέωση της  Γερμανίας για αποζημιώσεις, ανεξάρτητα αν κρίνει ότι υπάρχει το δικαίωμα της ετεροδικίας για τη  Γερμανία.  Για άλλη μια φορά η Δημοκρατική Αριστερά τονίζει ότι η Ελλάδα θα πρέπει με κάθε τρόπο και σε όλες  τα δημόσιες διασκέψεις να υπενθυμίζει τις αξιώσεις της προς τη Γερμανία, κάτι που έπραξαν οι βουλευτές  της ΔΗΜΑΡ Νίκος Τσούκαλης και Γρηγόρης Ψαριανός με την παρουσία τους στην ακροαματική  διαδικασία του δικαστηρίου της Χάγης


 ►  Συνεδρίαση ΕΕ (1-9-2011)   Για τα ζητήματα της Παιδείας

 Η ΕΕ αποφάσισε στα ζητήματα της Παιδείας να προχωρήσουμε, στη νέα φάση, με βάση την κατεύθυνση  της ανακοίνωσης του Τομέα Παιδείας (1/9) και της συμπληρωματικής έκθεσης της σ. Μ.Ρεπούση. Η  ανακοίνωση του Τομέα Παιδείας έχει ως εξής:
«Η  ΔΗΜΑΡ,  συνεπής  στις  απόψεις  της  για  την  ανάγκη  της  εκπαιδευτικής  μεταρρύθμισης,  παρακολούθησε και συμμετείχε ενεργά σε όλα τα θεσμικά όργανα διαλόγου γύρω από το νέο νόμο του  Υπουργείου Παιδείας, που αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στο διάλογο αυτό προσήλθαμε με τις δικές  μας  θέσεις  και  επεξεργασίες,  επισημαίνοντας,  από  την  αρχή,  πως  η  μεταρρύθμιση  στην  τριτοβάθμια  εκπαίδευση  προϋποθέτει  ευρύτερες  συναινέσεις  στην  κοινωνία  αλλά  και  στην  ίδια  την  ακαδημαϊκή κοινότητα, που θα κληθεί να εφαρμόσει τις αλλαγές στα πανεπιστήμια.  Στη διάρκεια της διαβούλευσης, φάνηκε πως η μέριμνα του Υπουργείου δεν ήταν η ανεύρεση ενός  «κοινού  τόπου»  αλλά  η  υιοθέτηση  ενός  ολιγαρχικού  μοντέλου  διοίκησης  και  διαχείρισης  των  πανεπιστημίων, που πλήττει την οργανική σύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με τη διδασκαλία.
Το  νέο  θεσμικό  πλαίσιο,  ενώ  επιχειρεί  να  διορθώσει  κάποιες  από  τις  χρόνιες  παθογένειες,  αποκλίνει  σημαντικά από το πρότυπο του δημόσιου πανεπιστημίου. Για τους λόγους αυτούς καταψηφίσαμε το  νομοσχέδιο στη Βουλή,  υπογραμμίζοντας  πως  δεν  θα  λύσει  αλλά  θα  δημιουργήσει  προβλήματα  στην  ακαδημαϊκή ζωή, που ξεκινά αυτή την περίοδο, μέσα σε συνθήκες κρίσης.
Η  ΔΗΜΑΡ  θα  είναι  παρούσα  σε  όλες  τις  πρωτοβουλίες  που  θα  συμβάλουν  στην  κατεύθυνση   της  βελτίωσης του νόμου, σύμφωνα με τα αιτήματα και τις κινητοποιήσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Η  κοινωνία, ωστόσο, που δοκιμάζεται, αξιώνει από το πανεπιστήμιο να παραμείνει ανοιχτό και αφοσιωμένο  στην αποστολή του, για να μπορεί να εγγυηθεί την κατοχύρωση του κριτικού και εποικοδομητικού ρόλου  της γνώσης ως δημόσιου και κοινωνικού αγαθού.  Κάθε απόπειρα εκμετάλλευσης της ακαδημαϊκής ζωής  για  αλλότριους  σκοπούς,  θα  επιτείνει  τα  προβλήματα  και  θα  τροφοδοτήσει  περαιτέρω  τη  λαϊκιστική  απαξίωση του Πανεπιστημίου.
Η εφαρμογή του νόμου θα κριθεί στην πράξη, με ανοιχτά πανεπιστήμια  και  με  τη  δημοκρατική  συμμετοχή  όλων  των  συνιστωσών  της  ακαδημαϊκής  κοινότητας,  που  θα  περιφρουρήσουν τη νομιμότητα και θα δραστηριοποιηθούν για να αποτρέψουν τις αρνητικές συνέπειες  του. »
Στη συνεδρίαση της ΕΕ, η υπεύθυνη του τομέα παιδείας έκανε μια ενημέρωση για την κατάσταση που  επικρατεί στα ΑΕΙ μετά τη ψήφιση του νόμου και υπογράμμισε την ανάγκη της πολιτικής παρέμβασης της  ΔΗΜΑΡ σε 3 κατευθύνσεις, στις οποίες συμφώνησε η ΕΕ
• Την      εφαρμογή      του      νόμου   .  Η  ΔΗΜΑΡ  με  αίσθημα  ευθύνης  και  με  γνώμονα  το  δημόσιο  συμφέρον  θα  εξαντλήσει  τα  περιθώρια  βελτίωσης  του  νόμου.  Οι  νόμοι  όμως  στις  δημοκρατίες  εφαρμόζονται.  Βελτιώνονται  μέσα  από  την  εφαρμογή τους και τις συλλογικές προσπάθειες.
• Τη      λειτουργία      των      ΑΕΙ    Τα  ανώτατα  εκπαιδευτικά  ιδρύματα  της  χώρας  οφείλουν  να  μείνουν  ανοικτά   με  εξασφαλισμένη  την  εκπαιδευτική  και  ερευνητική  τους  δραστηριότητα.  Οι  εξετάσεις  πρέπει  να  διεξαχθούν  κανονικά.  Οποιαδήποτε  παρεμπόδιση  της  λειτουργίας  τους  στρέφεται  κατά  των  λιγότερο  ευνοημένων  κοινωνικών  στρωμάτων και ενισχύει την αποδόμηση του δημόσιου πανεπιστήμιου.
• Τη      μαζική      συμμετοχή      των      πανεπιστημιακών      και      των      καθηγητών      των      ΤΕΙ      στις      διαδικασίες     ανάδειξης      των      νέων      οργάνων      διοίκησης      των      ΑΕΙ      και      στη      διαμόρφωση      των      οργανισμών      των     ιδρυμάτων.    
Το αμέσως επόμενο διάστημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια σειρά από ζητήματα που με τη σειρά  τους  θα  καθορίσουν  την  πορεία  των  ιδρυμάτων  με  βάση  το  νέο  νόμο.  Οι  διαδικασίες  ανάδειξης  των  οργάνων της διοίκησης των ΑΕΙ καθώς και η διαμόρφωση των οργανισμών των ιδρυμάτων οφείλουν να  είναι όσο πιο μαζικές και συμμετοχικές γίνεται. Η συμμετοχή των πανεπιστημιακών και των καθηγητών  ΤΕΙ συνιστά, στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, εγγύηση για τη βελτίωση των όρων λειτουργίας και διοίκησης  των ΑΕΙ.


 ►    Να εφαρμοστεί ή να μην εφαρμοστεί ο νόμος - πλαίσιο;  Δύο απόψεις                                   

Δύο ακαδημαϊκοί έχουν κατασταλάξει και ανταλλάσσουν επιχειρήματα για λογαριασμό του tvxs.gr αναφορικά  με  τις  αλλαγές  Διαμαντοπούλου  στην  τριτοβάθμια  εκπαίδευση.  Κοινός  τόπος  των
αντιπαρατιθέμενων αναλύσεων, το γεγονός ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να αλλάξει. Ο κ. Αχιλλέας Γραβάνης*, καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, τάσσεται   υπέρ   του   νόμου   –   πλαισίου.   Ο   κ.   Θεόδωρος   Παπαθεοδώρου*,   καθηγητής Αντεγκληματικής Πολιτικής και πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, τάσσεται κατά του
νόμου - πλαισίου.

Καθ.      Αχιλλέας      Γραβάνης  
Ο Νόμος πλαίσιο του 1982 άλλαξε άρδην την λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων  (ΑΕΙ). Άνοιξε τα πανεπιστήμια σε νέους, εκτός ακαδημαϊκού κατεστημένου, άξιους επιστήμονες, βοήθησε  στην ανάπτυξη των περιφερικών πανεπιστημίων και προώθησε την δημοκρατική λειτουργία τους. Η  τριαντάχρονη εφαρμογή του κατέληξε όμως στα παγκοίνως γνωστά σημερινά προβλήματα των ΑΕΙ:  ασφυκτικός κρατικός και κομματικός εναγκαλισμός που περιόρισαν στην ουσία την αυτονομία τους,  πολυμελή και δυσκίνητα συλλογικά όργανα διοίκησης που υπέθαλψαν φαινόμενα εσωστρέφειας,  πελατειακών σχέσεων και νεποτισμού, εκμετάλλευση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου από ακραίες  και βίαιες μειοψηφίες που τραυμάτισαν την λειτουργία και την εικόνα του πανεπιστήμιου. Οι πρώτες προσπάθειες βελτίωσης του νομικού πλαισίου των ΑΕΙ έγιναν επί υπουργίας Γιαννάκου το  2005, με την θεσμοθέτηση της Γενικής Συνέλευσης Τμήματος ειδικής σύνθεσης που βοήθησε στην πιο  ευέλικτη λειτουργία του και της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου από ανεξάρτητους  διεθνείς αξιολογητές. Ο Νόμος Διαμαντοπούλου, σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποσπασματικές  προσπάθειες, είναι μία συνολική, συνεκτική, σε συντονισμό με την διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία νομοθετική  μεταρρύθμιση που υποστηρίζει την αυτόνομη, ευέλικτη και εξωστρεφή λειτουργία των ΑΕΙ με στόχο την  Αξιοκρατία και την Αριστεία: Ενισχύει την αυτονομία των ΑΕΙ με την μεταφορά αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Παιδείας στα  διοικητικά τους όργανα, μέσω του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού τους. Για παράδειγμα, η  διάρθρωση του προϋπολογισμού από τη δημόσια χρηματοδότηση, η σύσταση νέων σχολών ή  προγραμμάτων σπουδών, η προκήρυξη νέων θέσεων και ο διορισμός των καθηγητών αποφασίζονται πλέον  από το πανεπιστήμιο και όχι πελατειακά από το Υπουργείο. Περιορίζει τον κομματικό εναγκαλισμό των ΑΕΙ, με την εκλογή των αντιπροσώπων των φοιτητών στα  όργανα διοίκησης με ενιαίο και όχι παραταξιακό-κομματικό ψηφοδέλτιο, την επιλογή των υποψηφίων  Πρυτάνεων και των Κοσμητόρων των Σχολών από το 15μελες Συμβούλιο και την τελική εκλογή του  Πρύτανη από το σώμα των Καθηγητών με αξιοκρατικά κριτήρια όπως η ακαδημαϊκή ποιότητα και  διοικητική εμπειρία και όχι, όπως σήμερα, η προεκλογική παροχολογία και η διαπλοκή με τους  πολυπληθείς εκλέκτορες (Φοιτητές, Καθηγητές, Διοικητικούς υπαλλήλους). Αναδεικνύει την ατομική ευθύνη (Πρύτανης, Κοσμήτορας) και την ευελιξία στην λήψη των  διοικητικών και ακαδημαϊκών αποφάσεων. Μέχρι τώρα η κακώς νοούμενη συλλογικότητα (πολυπληθής  Σύγκλητος, Συνέλευση Τμήματος κλπ) δεν βοηθούσε στη λήψη ‘δύσκολων-αξιοκρατικών’ αποφάσεων  (προτιμούνταν οι αρεστές και πολιτικά ισόρροπες ή η μη λήψη απόφασης) ενώ παράλληλα κάλυπτε την  επιτήδευση, τον καιροσκοπισμό και την ιδιοτέλεια των ‘ισχυρών’ του ακαδημαϊκού συστήματος. Συνήθως,  των ισχυρών στον ‘πολιτικό’ χειρισμό του και όχι των επιστημονικά και ακαδημαϊκά ισχυρών. Πλέον, οι  άστοχες και ιδιοτελείς επιλογές των διοικητικών οργάνων θα έχουν ονοματεπώνυμο, στο οποίο οι θιγόμενοι  θα αναφέρονται και από το οποίο θα ζητούν ευθύνες. Υποστηρίζει την κοινωνική λογοδοσία και εξωστρέφεια του δημόσιου πανεπιστημίου με την  συμμετοχή προσωπικοτήτων της κοινωνίας στο Συμβούλιο και στην λήψη των αποφάσεων. Η  χρηματοδοτούσα κοινωνία έχει βλέμμα και λόγο στην διαχείριση των οικονομικών του πανεπιστημίου, με  στόχο τον περιορισμό των φαινομένων ιδιοτέλειας, αναξιοκρατίας και νεποτισμού που έχουν παρατηρηθεί  τα τελευταία χρόνια. Ενισχύει την ευελιξία στην διαχείριση των οικονομικών του πανεπιστημίου καθώς και την επιτυχή  αναζήτηση χρηματοδότησης επιπλέον των δημόσιων πόρων, μέσα από το νέο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού  Δικαίου. Έτσι, διευκολύνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια του πανεπιστημίου και  πολλαπλασιάζονται οι δυνατότητες του για εξεύρεση επιπλέον πόρων από την εκμετάλλευση της περιουσίας  του και της παραγόμενης νέας γνώσης (όπως συμβαίνει διεθνώς), για την αποτελεσματικότερη υποστήριξη  του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου. Συνδέει την αξιολόγηση των ΑΕΙ με την δημόσια χρηματοδότηση τους, προάγοντας την ακαδημαϊκή  άμιλλα και την αποτελεσματικότερη χρήση της. Η απόφαση για το ύψος της χρηματοδότησης βασίζεται σε  διεθνή κριτήρια και μεταφέρεται από το Υπουργείο στην ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας και  Πιστοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠ), προάγοντας την διαφάνεια και περιορίζοντας την  πολιτική-κομματική διαπλοκή Πολιτείας και ΑΕΙ. Τέλος, μία καινοτομία του νέου Νόμου είναι και η πρόνοια για την οργανωμένη αξιολόγηση μετά από  τέσσερα χρόνια της εφαρμογής του Νόμου και των τυχόν προβλημάτων του με τη σύσταση από την  ανεξάρτητη Αρχή ΑΔΙΠ διεθνούς αξιολογικής επιτροπής ελλήνων και ξένων καθηγητών, που θα προτείνει  στην Πολιτεία τις αναγκαίες διορθωτικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

Καθ.      Θεόδωρος      Παπαθεοδώρου  
   Οι αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ΑΕΙ υπήρξαν ένα ώριμο αίτημα πολλών φορέων της  Πανεπιστημιακής κοινότητας ( προτάσεις της Συνόδου των Πρυτάνεων, ΠΟΣΔΕΠ, πανεπιστημιακών),  ώστε τα Ιδρύματα να αποκτήσουν ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, να υπερβούν τα  προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, να αναπτύξουν την έρευνα, να κατοχυρώσουν ποιοτικές σπουδές  και πτυχία με αντίκρισμα. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν ήταν πολλές και αφορούσαν στις πραγματικές  αδυναμίες του (προηγουμένου) θεσμικού πλαισίου. Από τον περασμένο χρόνο κυριάρχησε η πρόταση του  Υπουργείου Παιδείας, η οποία προέβαλε ένα διαφορετικό μοντέλο για τη λειτουργία των ΑΕΙ και κατέληξε  στο νόμο που ψηφίσθηκε στα τέλη Αυγούστου, χωρίς τελικά να έχει ενσωματώσει, σε σημαντικό βαθμό,  τις θέσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας. Με τη ψήφιση του νόμου πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση διαμορφώνεται μία νέα πραγματικότητα  στα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια, στην οποία συνυπάρχουν τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία, καθώς  και πολλές αντιφάσεις του νόμου. Θεωρώ ότι κινούνται σε θετική κατεύθυνση οι διατάξεις που  προβλέπουν τη σύνταξη Οργανισμού με ευθύνη του Ιδρύματος, την αναγνώριση της Σχολής ως βασικής  ακαδημαϊκής και διοικητικής μονάδας, την ίδρυση της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών, την ενίσχυση  μηχανισμών αξιολόγησης και κοινωνικής λογοδοσίας, καθώς και την εκλογή του Πρύτανη από την  ακαδημαϊκή κοινότητα του κάθε Ιδρύματος. Αντίθετα, τα αρνητικά στοιχεία του νόμου είναι σημαντικά: η απουσία ουσιαστικής επένδυσης και  οικονομικής στήριξης των Ιδρυμάτων, σε μία περίοδο που αυτά καλούνται να λειτουργήσουν με περικοπές  στον τακτικό προϋπολογισμό της τάξης του 50%, η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης για την έρευνα στα  Πανεπιστήμια, η συρρίκνωση της φοιτητικής αντιπροσώπευσή της στα συλλογικά όργανα, η ρητή  κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών του Πρύτανη, του  Συμβουλίου Ιδρύματος, και της Συγκλήτου, καθώς και η εισαγωγή διαρχίας στη διοίκηση του Ιδρύματος. Μαζί με τα παραπάνω εντοπίζονται αρκετές αντιφάσεις στο νόμο, οι οποίες θα προκαλέσουν σοβαρές  δυσλειτουργίες στην καθημερινή ζωή των Πανεπιστημίων. Είναι εκτός ακαδημαϊκής λογικής να ορίζεται  το Τμήμα ως «σύνολο καθηγητών μίας Σχολής» και να αποσυνδέεται από συγκεκριμένο γνωστικό  αντικείμενο, άρα και από το οικείο περιεχόμενο σπουδών που οδηγεί σε συγκεκριμένο πτυχίο. Την ώρα  που το Τμήμα θα έπρεπε να παραμείνει , όπως γίνεται διεθνώς, μία ακαδημαϊκή μονάδα βάσης, υπεύθυνη  για την ποιότητα και την αξιοπιστία των Σπουδών σε ένα επιστημονικό πεδίο, με το νέο νόμο αυτό  εργαλειοποιείται και υποβαθμίζεται. Έτσι επηρεάζεται άμεσα η δυνατότητα διεθνούς αναγνώρισης του  Τμήματος σε επιστημονικό επίπεδο και συρρικνώνονται οι ερευνητικές και ακαδημαϊκές προοπτικές του  (σύνδεση με μεταπτυχιακά, διατριβές, διεθνοποίηση). Επίσης, υπάρχει ασάφεια και σύγχυση, στο κείμενο  του νόμου, μεταξύ της ένταξης-εγγραφής των φοιτητών σε Σχολή, σε Τμήμα και σε Πρόγραμμα Σπουδών.  Η νομική κακοτεχνία σε αυτό το θέμα θα επιφέρει δυσλειτουργίες στην εφαρμογή του νόμου. Τέλος, στο νόμο υπάρχουν ρυθμίσεις, στις οποίες η Σύνοδος είχε εντοπίσει αντισυνταγματικές  πλευρές, ενώ αντίστοιχες επιφυλάξεις διατύπωσε στην Έκθεσή του το Επιστημονικό Συμβούλιο της  Βουλής. Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί δεν ορίζεται στο νόμο η λεγόμενη «ταξινομική ψήφος»  και ο τρόπος κατανομής των εδρών του Συμβουλίου του Ιδρύματος; Πως είναι δυνατόν να εκλέγεται ο  Πρύτανης από το σώμα των καθηγητών και να μην εκλέγονται, αλλά να διορίζονται από αυτόν οι  αναπληρωτές Πρυτάνεις; Πως είναι δυνατόν να εκλέγεται ο Πρύτανης από την κοινότητα, ενώ ο  Κοσμήτορας, ο οποίος θα έχει πλέον ευρύτατες αρμοδιότητες, να επιλέγεται και να παύεται από το  Συμβούλιο του Ιδρύματος; Πως θα καμφθεί η προφανής αυτή αντισυνταγματικότητα του ρόλου του  Κοσμήτορα, αλλά και η παραβίαση της στοιχειώδους εσωτερικής ορθολογικότητας του ίδιου του νόμου; Ο νέος νόμος θα κριθεί στην εφαρμογή του. Θα κριθεί και από το κλίμα που θα διαμορφώσει στα  Πανεπιστήμια. Αν είχε αποτελέσει προϊόν ουσιαστικού διαλόγου και είχε ενσωματώσει τις τεκμηριωμένες  προτάσεις που κατατέθηκαν από την πανεπιστημιακή κοινότητα, δεν θα παρουσίαζε αυτά τα προβλήματα.  Σήμερα, το Πανεπιστήμιο δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακή πολιτική, αλλά από δημόσια πολιτική για  την ανώτατη παιδεία. Το διακύβευμα παραμένει και είναι η αναβάθμιση των σπουδών και των πτυχίων σε  μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα.

 Ενημερωτικό δελτίο 6  -  Σεπτέμβριος 2011
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου